13/9/12

Το γύψινο σκήπτρο: Ή η "άνοδος του νεο-ναζισμού" ως ριζοσπαστικοποίηση της Άκρας Δεξιάς

Το φαινόμενο της ανόδου της άκρας δεξιάς τις τελευταίες βδομάδες απασχολεί ιδιαίτερα την Ελληνική κοινωνία. Με αφορμή τα διάφορα περιστατικά που έλαβαν χώρα σε λαϊκές αγορές με την παρουσία βουλευτών της Χρυσής Αυγής γράφτηκε πλήθος άρθρων, κάποια ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα και κάποια με καταφανή στόχο την ωφελιμιστική ερμηνεία των καταστάσεων για την προαγωγή συγκεκριμένων ιδεολογικών ή πολιτικών σκοπών. Γενικώς κάποιος μπορεί να διακρίνει τρεις δεσπόζουσες προσεγγίσεις. Η πρώτη, η προερχόμενη από την αριστερά, θέλει την άνοδο της Χρυσής Αυγής να είναι αποτέλεσμα των πολιτικών του μνημονίου και της οικονομικής και κοινωνικής εξαθλίωσης τις οποίες γεννάει η εφαρμογή του. Η δεύτερη, η προερχόμενη από το χώρο των φιλελεύθερων και την δεξιά/κεντροδεξιά, την προσεγγίζει ως αποτέλεσμα της 'ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς, η οποία σημάδεψε την μεταπολίτευση και "νομιμοποίησε" την άσκηση της αντισυστημικής βίας, μέσω της αποδοχής του "επαναστατικού" ρεπερτορίου των δράσεων της,  ενώ προκάλεσε την απίσχανση της νομιμότητας και την αποδυνάμωση των θεσμών. Η τρίτη, η προερχόμενη μάλλον από το κέντρο, θέλει την εκλογική άνοδο της ακροδεξιάς να είναι αποτέλεσμα μιας κοινωνικής/πολιτιστικής κατάπτωσης των Ελλήνων η οποία συνδέεται με την υιοθέτηση κοινωνικών συμπεριφορών απαξίωσης της έννοιας του δημόσιου χώρου και της κοινωνικής αλληλεγγύης συνδυαζόμενη με την αποδοχή της υποτιθέμενα "αποτελεσματικής" άσκησης βίας. Μια εναλλακτική οπτική της κοινωνιολογίζουσας προσέγγισης, αφορά την κρίση ταυτότητας την οποία διέρχεται ο Έλληνας εκτιθέμενος όλο και περισσότερο στον γενναίο νέο κόσμο της παγκοσμιοποίησης και τις αλλαγές που επιφέρει η τελευταία στη ζωή του, αλλά και στην σύγκρουση του διεθνικού/υπερεθνικού χαρακτήρα της παγκοσμιοποίησης με την  αντίληψη περί "εθνικού" η οποία συνδυαζόμενη με τις διευρυνόμενες παγκόσμιες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες δημιουργεί μια τάση αναδίπλωσης προς την άκρα δεξιά.

Έτσι, η ανόδος της άκρας δεξιάς μπορεί να παρουσιάζεται ως πρωτίστως απορρέουσα από κρίση οικονομική, κρίση πολιτική ή ακόμα κοινωνική. Είναι ενδιαφέρον ότι κανένας, τουλάχιστον από όσο γνωρίζω, δεν προσεγγίζει την άνοδο ενός νεοναζιστικού κόμματος ως ιστορικό φαινόμενο. Πιστεύω ότι η άνοδος του νεοναζισμού θα πρέπει να αντιμετωπιστεί πρωτίστως ως μια ιστορική διαδικασία, δεδομένου ότι αγνοώντας την ιστορική της διάσταση δεν μπορούμε να έχουμε μια πραγματικά επιστημονική θεώρηση του φαινομένου.

Είμαι επιφυλακτικός απέναντι στο κατά πόσο η εκλογική άνοδος της Χρυσής Αυγής πρέπει να θεωρηθεί ως ξεκάθαρη άνοδος ενός νεοναζιστικού κόμματος. Και αυτό διότι οι ψηφοφόροι του κόμματος δεν το ψηφίζουν ως ναζιστικό κόμμα, ανεξαρτήτως το τι τελικά πιστεύουν τα μέλη του, άλλα ως ακροδεξιό. Το ίδιο το κόμμα αποφεύγει να κάνει δημόσιες ιστορικές αναφορές στον ναζισμό ή το φασισμό αλλά πολύ συχνά αναφέρεται στη μεταξική και την Απριλιανή δικτατορία. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η εκλογική άνοδος της Χρυσής Αυγής αποτελεί έκφανση της ριζοσπαστικοποίησης της ιστορικής άκρας δεξιάς στην Ελλάδα. Είναι δε σαφές ότι η άνοδος της ακροδεξιάς δεν αποτελεί μια Ελληνική ιδιαιτερότητα και ως εκ' τούτου δεν μπορεί να αποδωθεί αποκλειστικά στις ειδικές συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα αυτή την περίοδο. Η εκλογική ενδυνάμωση του δεξιού άκρου λαμβάνει χώρα σε πολλά Ευρωπαϊκά κράτη εδώ και αρκετά χρόνια, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί κάποια βαθιά οικονομική κρίση, κάποια απαξίωση της νομιμότητας ή των πολιτικών θεσμών. Οι πιθανοί κοινωνικοί παράγοντες δε, είναι παντού και πάντα παρόντες και είναι μάλλον δύσκολο να διαπιστωθεί πιο είναι το ειδικό τους βάρος στη διαμόρφωση ενός κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο μπορεί να ευδοκιμήσει η άκρα δεξιά. Το σίγουρο ωστόσο είναι ότι παίζουν ρόλο και ενδεχομένως αρκετά σημαντικό.

Είναι ενδιαφέρον το ότι αγνοούμε το γεγονός ότι η άκρα δεξιά έχει μια βαθιά παράδοση στην Ελλάδα η οποία ξεκινάει ακόμα πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και η οποία, σε αντίθεση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες,  ουδέποτε τιμωρήθηκε για την συνεργασία και την προδοτική της στάση κατά την περίοδο της κατοχής. Αντ' αυτού, ως εξαργύρωση των υπηρεσιών που παρείχε κατά την επαναφορά της μοναρχίας και τον εμφύλιο πόλεμο, επισφραγίστηκε ο εξαγνισμός  της  και μεσουράνησε στην πολιτική ζωή του τόπου με την απόλυτη ανοχή της δεξιάς για δεκαετίες, μέχρι φυσικά την επιβολή και κατάρρευση της Απριλιανής χούντας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κύριες ιστορικές αναφορές της Χρυσής Αυγής αφορούν την Μεταξική δικτατορία και  πιο συγκαλυμμένα την επταετία, ενώ αποφεύγουν τη συσχέτιση τους με τον ιστορικό φασισμό και ναζισμό. Είναι γνωστό, ότι στην Ελλάδα ακόμα και σήμερα παραμένουν αρκετοί θαυμαστές των καθεστώτων της 4ης Αυγούστου και της 21ης Απριλίου, γεγονός το οποίο υπογραμμίζεται από την εκλογική επιτυχία της κοινοβουλευτικής (ΛΑΟΣ) αλλά και της μέχρι πρότινος εξώ-κοινοβουλευτικής ακροδεξιάς (Χρυσή Αυγή) αλλά και από την έντονη ιδεολογικά συγγενή εκδοτική δραστηριότητα.

Ως εκ τούτων, και λόγω του ότι ο δεσπόζον πολιτικός ρόλος της άκρας δεξιάς εξέλειψε  μόλις το 1974, η Ελληνική άκρα δεξιά δεν διακρίνεται μόνο από ιστορική συνέχεια αλλά οι μνήμες και τα σημάδια της πρωτοκαθεδρίας της είναι ακόμα νωπά. Με αυτήν την έννοια αν όντως η αριστερά καλλιέργησε την ανομία μέσω της άσκησης αντισυστημικής βίας, αν ο όρος είναι δόκιμος για να περιγραφούν οι δυναμικές συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις της μεταπολίτευσης η οποίες έδωσαν τέρμα σε προσπάθειες μεταρρύθμισης του μεταπολιτευτικού συστήματος, τότε αυτό ιστορικά πρέπει να ερμηνευτεί ως η απάντηση στην χρήση συστημικής "βίας και νοθείας"  της δεξιάς κατά τη μακρά διάρκεια της διακυβέρνησης της. Το μεταπολεμικό κράτος της δεξιάς είναι πρωτίστως υπεύθυνο για την καθυστέρηση της πολιτικής ανάπτυξης της χώρας, οδηγώντας στην μεταπολίτευση και στις γνωστές οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες της. Όταν οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης αντιμετώπιζαν τις οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις τους τέλους της "χρυσής εποχής" του Ευρωπαϊκού καπιταλισμού, οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις έπρεπε να προβούν σε ριζική αναμόρφωση της κοινωνίας της, εκμοντερνίζοντας τους θεσμούς  και ξεριζώνοντας τις νοοτροπίες και τις πρακτικές του μετεμφυλιακού κράτους αφουγκραζόμενη το αίτημα της όψιμα χειραφετημένης ελληνική κοινωνίας. Το ότι οι οικονομικές και πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης δεν βρίσκονταν σε συμφωνία με το επιδεινούμενο διεθνές οικονομικό κλίμα (πετρελαϊκές κρίσεις και στασιμοπληθωρισμός κτλ), δημιούργησε την ψευδαίσθηση σε κάποιους οπαδούς της δεξιάς ότι η οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η Ελλάδα κατά την μεταπολεμική περίοδο μέχρι σχεδόν το τέλος της δικτατορίας οφείλονταν σε αυτήν ακριβώς τη μετεμφυλιακή δομή. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα ήταν άλλο ένα παράδειγμα μια Ευρωπαϊκής καθυστερημένης χώρας η οποία αξιοποίησε τα διευρυμένα περιθώρια εκβιομηχάνισης της εφαρμόζοντας την γνωστή αναπτυξιακή συνθήκη: αύξηση μισθών χαμηλότερη από την αύξηση της παραγωγικότητας. Ό,τι δηλαδή συνέβαινε και σε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης κατά την ίδια περίοδο, με τη διαφορά ότι η Ελληνική κοινωνία παρέμενε διαιρεμένη, συντηρητική και άνιση με την κοινωνία πολιτών χειραγωγούμενη από το κράτος (βλ. το συνδικαλισμό κατά τη μεταπολεμική περίοδο). Η διαφορά λοιπόν είναι ότι την "χρυσή της εποχή" η  Ελλάδα την πέρασε παίζοντας "κλέφτες και αστυνόμους" με τους αστυνόμους να έχουν φυσικά το πάνω χέρι.

Η άκρα δεξιά ως εκ' τούτου βγήκε από την μεταπολίτευση "δικαιωμένη" στα ίδια της τα μάτια. Συνέχισε την πολιτικής της παρουσία μέσω της ενσωμάτωσης της στα σχήματα της δεξιάς ώσπου να διαχωριστεί συγκροτώντας τον πόλο του ΛΑΟΣ ενσωματώνοντας ακροδεξιά στοιχεία αλλά και νέους ψηφοφόρους κεφαλαιοποιώντας τη στάση της απέναντι σε αναδυόμενα ζητήματα όπως τα  τα εθνικά θέματα και με τις μεταναστευτικές ροές. Ο ΛΑΟΣ ακολούθησε μια ανιούσα εκλογική πορεία φθάνοντας στις εκλογές του 2009 να συγκεντρώσει ποσοστό 5,63% και 15 έδρες. Στο πλαίσιο της κρίσης η εκλογική επιρροή του ΛΑΟΣ συνέχισε να αυξάνεται φτάνοντας τις παραμονές της ανάληψης της πρωθυπουργίας από τον Λουκά Παπαδήμο (11 Νοεμβρίου 2011) να είναι έκτο κόμμα όσον αφορά τη πρόθεση ψήφου με 8% στη δημοσκόπηση της MRB και πέμπτο με 8,5% σε αυτήν της Public issue (τα ποσοστά έχουν υπολογιστεί με αναγωγή). Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή. Η υποστήριξη του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Παπαδήμου αποδείχτηκε ότι του στοίχισε βαρύτατα εκλογικά. Ο ΛΑΟΣ σημείωσε διαρκείς καθόδους στο ποσοστό πρόθεσης ψήφου του οποίου οι ψηφοφόροι μετακινούνταν στη Χρυσή Αυγή. Έτσι φθάνουμε στο σημείο στις επαναληπτικές εκλογές του Ιουνίου Ο ΛΑΟΣ να μένει εκτός βουλής με ποσοστό 1,58% και η Χρυσή Αυγή να αυξάνει το ποσοστό της σε 6,92% και να εκλέγει 18 βουλευτές. Προσθέτοντας το ποσοστό του ΛΑΟΣ με αυτό της Χρυσής Αυγής έχουμε 8,5%, δηλαδή ακριβώς το ποσοστό πρόθεσης ψήφου του ΛΑΟΣ κατά την έναρξη της διακυβέρνησης Παπαδήμου.

Δεν έχω στη διάθεση μου στοιχεία τα οποία να διασαφηνίζουν την κομματική προέλευση των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής, είναι ωστόσο σαφές ότι η πλειονότητα τους προέρχεται από το ΛΑΟΣ. Έχοντας υπόψιν αυτό, οι αιτίες της ανόδου ενός νεοναζιστικού κόμματος λαμβάνουν συγκεκριμένη διάσταση σχετιζόμενες άμεσα με τη ριζοσπαστικοποίηση του ακροδεξιού φάσματος του εκλογικού σώματος. Η άνοδος της Ελληνικής άκρας δεξιάς είναι μια διαχρονική/ιστορική διαδικασία η οποία αρχικά εκδηλώθηκε με την εκλογική επιτυχία της "κοινοβουλευτικής" ή της μη "ακτιβιστικής" ακροδεξιάς. Η μνημονιακή στροφή του ΛΑΟΣ και οι αποτυχημένοι πολιτικοί ελιγμοί της ηγεσίας υπέσκαψαν την ίδια του την εκλογική βάση. Το ΛΑΟΣ χάνει ακαριαία το έρεισμα του στους ψηφοφόρους, οι οποίοι είτε ακολουθώντας κάποιο μοτίβο παραδοσιακής εκλογικής συμπεριφοράς είτε λόγω συγκυριακών παραγόντων, ψηφίζουν άκρα δεξιά. Κατά συνέπεια, η εκλογική άνοδος του νεοναζιστικού κόμματος στην πραγματικότητα είναι η ριζοσπαστικοποίηση της ιστορικά διαμορφωμένης εκλογικής βάσης της άκρας δεξιάς η οποία χάνοντας την κομματική αναφορά της στρέφεται την ακραία μεν αλλά ιδεολογικά συγγενή Χρυσή Αυγή. Φυσικά η Χρυσή Αυγή με την "ακτιβιστική" της δράση στις υποβαθμισμένες περιοχές των αστικών κέντρων  και την υιοθέτηση μιας στρατηγικής προσεταιρισμού υποστηρικτών η οποία θυμίζει "Hezbollah", έχει αποδείξει ότι αυτά που λέει τα κάνει πράξη και ως συγκοινωνόν δοχείο  απολαμβάνει τα εκλογικά οφέλη της εφαρμογής του νόμου της υδροστατικής..

Δεδομένου ότι οι καθημερινές εξελίξεις μας δείχνουν ότι η Χρυσή Αυγή ήρθε για να μείνει, η διαμόρφωση της μελλοντικής κοινοβουλευτικής πορείας είναι ένα ενδιαφέρον ζήτημα. Θα καταφέρει το κράτος να βάλει φραγμό στην "ακτιβιστική" της δράση μέσω της βελτίωσης της αποτελεσματικότητας του αποδεικνύοντας στους Έλληνες πολίτες ότι οι τραμπουκισμοί δεν αποφέρουν κανένα κοινωνικό όφελος; Ο βαθμός στον οποίο θα επιτύχει κάτι τέτοιο θα καθορίσει τον κοινοβουλευτικό βίο αλλά και την γενικότερη πολιτική δράση της Χρυσής Αυγής. Αν η κυβέρνηση καταφέρει να πείσει για την δυνατότητες του κράτους, τότε η Χρυσή Αυγή είτε θα ΛΑΟΣ-ποιηθεί αναδιπλούμενη, είτε θα αναγκαστεί θα συγκαλύψει ή να διακόψει την ανοιχτή σύνδεση της μετ τις  ταγματασφαλίτικες μεθόδους της. Αν πάλι όχι, θυμάστε την έκπληξη σας όταν ο Άδωνις και ο Μάκης έγιναν υπουργοί; Ε, αυτό αλλά πολύ χειρότερα...

10/10/11

Η ματαιότητα του να μακελεύεις ένα πτώμα.

Με αφορμή μια ανάρτηση του Athens Review of Books τη Δευτέρα 10 Οκτωβρίου στη σελίδα του στο facebook ξεκίνησε μια ενδιαφέρουσα διαμάχη ανάμεσα στους αναγνώστες. Εν συντομία, ο διαχειριστής της σελίδας του facebook του περιοδικού θεώρησε σκόπιμο να ανεβάσει ένα άρθρο του Βήματος στο οποίο ο συντάκτης αναφερόταν στις συνθήκες εργασίας στην παραγωγή προϊόντων της Αpple στην Κίνα αλλά και στις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων στο δίκτυο των καταστημάτων της Apple. Ο στόχος του αρθρογράφου ήταν να καταδείξει ότι ο Jobs πέρα από "οραματιστής" και "θρύλος της ψηφιακής επανάστασης" ακολούθησε την πεπατημένη των περισσότερων εταιριών παραγωγής και διάθεσης προϊόντων υψηλής τεχνολογίας στον τομέα των εργασιακών σχέσεων. Η άποψη αυτή είναι συζητήσιμη και ασφαλώς ο καθένας μπορεί να την προσεγγίσει με διαφορετικούς τρόπους αναλόγως της στάσεως του απέναντι στον καπιταλισμό. Είναι ωστόσο μια πλήρως σεβαστή άποψη για τον απλό λόγο ότι βασίζεται σε αληθή στοιχεία. Όλες οι εταιρίες στον κλάδο λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο. Το γιατί και αν μπορεί να γίνει διαφορετικά είναι μια μεγάλη πλην ενδιαφέρουσα συζήτηση την οποία δε με ενδιαφέρει να την κάνω  σε αυτή την ανάρτηση. Το σχόλιο της Athens Review of Books, ενός εντύπου με δεδηλωμένο σκοπό να ανταποκριθεί στο πρότυπο άλλων σχετικών διεθνών περιοδικών όπως το London Review of Books, ήταν το ακόλουθο:







Στο άρθρο δε γίνεται λόγος για "στυγνό καπιταλιστή-εκμεταλλευτή" ούτε προσωπικά μπορώ να διακρίνω κάποιο "μετακομμουνιστικό παραλήρημα". Τελικά ο σχολιαστής ολοκληρώνει το σχόλιο του με την ελπίδα ότι οι δημοσιογράφοι τέτοιων και παρόμοιων φρονημάτων θα βρεθούν κάποια στιγμή να "πλένουν τζάμια στα φανάρια"... 
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο ωστόσο δεν είναι η αποστροφή που επέδειξε η Athens Review of Books προς... μια άποψη, αλλά το ότι οι σχολιαστές χωρίστηκαν χονδρικά σε τρία στρατόπεδα σε αυτούς οι οποίοι θεώρησαν τη στάση του περιοδικού ουσιαστικά αντιδημοκρατική, άλλοι αντικομμουνιστική και σε αυτούς που θεώρησαν τις απόψεις των πρώτων ως απόδειξη ότι η Ελλάδα είναι μια μετακομμουνιστική και οπισθοδρομική χώρα κατά αναλογία με τα κράτη της πρώην ΕΣΣΔ.
Η παρομοίωση της Ελλάδας με σοβιετική-σοσιαλιστική δημοκρατία αποτελεί κυρίαρχη αφήγηση στις μέρες μας τόσο από τον Τύπο όσο και από την πολιτική τάξη της χώρας. Κυρίως ως επιχείρημα στον στίβο της πολιτικής επικοινωνίας για την προπαγάνδιση των μεταρρυθμίσεων. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει χαρακτηρίσει το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα ως "σοβιετικό". Παρ' όλες τις αδυναμίες, παραλογισμούς και.. ιδιαιτερότητες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης αδυνατώ να καταλάβω με ποιον τρόπο η Ελλάδα αποτελεί ανάλογο (πρώην) σοσιαλιστικής δημοκρατίας.  Για να σταθεί ένας τέτοιος παραλληλισμός θα έπρεπε να ισχύει η ακόλουθη συνθήκη: Η Ελλάδα να παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες τα οποία ωστόσο δεν συναντώνται στις χώρες άνευ "σοσιαλιστικού" παρελθόντος ή παρόντος, δηλαδή με τα κράτη όπου ο καπιταλισμός είναι κραταιός ανεξαρτήτως μεγαλύτερων ή μικρότερων κοινωνικών παροχών από την πλευρά του κράτους. Ποια είναι λοιπόν αυτά τα χαρακτηριστικά τα οποία διαθέτει μόνο η Ελλάδα σε σχέση με τα νυν-πρώην καθεστώτα του "υπαρκτού σοσιαλισμού" τα οποία και την καθιστούν συγγενή προς αυτά; Συγχωρέστε με αλλά εγώ δεν μπορώ να τα διακρίνω. Κατανοώ μεν την προπαγανδιστική χρησιμότητα του παραλληλισμού αλλά δεν μπορώ να δω την ουσία του. Θεωρώ δε την άποψη επικίνδυνη καθώς συνδέει τις όποιες θεσμικές καθυστερήσεις παρουσιάζει η χώρα με λανθασμένες εξαρτημένες πολιτικές μεταβλητές και ως εκ' τούτου δυσχεραίνει την αντιμετώπιση τους.
Ποια από τα παρακάτω αποτελούν αποκλειστικά χαρακτηριστικά των καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού"; Το αναποτελεσματικό κράτος; Η διαφθορά; Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα  και παραγωγικότητα; Η καθιέρωση κατεστημένων συντεχνιακών συμφερόντων; Το εξωτερικό χρέος; Τα ελλείμματα; Η στασιμότητα και πληθωρισμός; Η αναποτελεσματική και χειραγωγούμενη κοινωνία των πολιτών; Η χαμηλή ποιότητα των δημόσιων αγαθών; Οι νομενκλατούρες,η διαπλοκή και οι πελατειακές σχέσεις; Ποιο από όλα αυτά δεν δεν έχει αποτελέσει πρόβλημα για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες κατά το παρελθόν; Η διαφορά ίσως έγκειται στο ότι αυτά τα προβλήματα σε κάποιες περιπτώσεις αντιμετωπίστηκαν πριν γιγαντωθούν. Αυτό ωστόσο δεν καθιστά την Ελλάδα "Σοβιετική Δημοκρατία" και σίγουρα μια τέτοια προσέγγιση δε λαμβάνει υπόψη τις ιστορικές συνθήκες οι οποίες οδήγησαν στη μεταπολίτευση. 
Η αριστερά έχει και αυτή τις ευθύνες της για τη σημερινή κατάσταση αλλά η παρουσίαση των αντιδράσεων των Ελλήνων πολιτών στις μεταρρυθμίσεις ως εμφορούμενων από την κομμουνιστική ιδεολογία δεν είναι μόνο ανιστορική είναι και αντιπαραγωγική. Οι πολιτές συμπεριφέρονται ως ορθολογικά άτομα και ομάδες οι οποίες χάνουν προνόμια και εισοδήματα και το βιωτικό τους επίπεδο καταβαραθρώνεται μέρα με τη μέρα. Το ότι αυτές τις στιγμές κάποιοι από αυτούς υιοθετούν αριστερό λόγο δε σημαίνει ότι οι "Έλληνες είναι κομουνιστές", όπως είχα διαβάσει πριν από λίγο καιρό σε άρθρο κάποιου ανεκδιήγητου αρθογράφου στη Wall Street Journal.
Η δαιμονοποίηση ενός ανύπαρκτου εχθρού, ο οποίος μετράει ήδη δύο δεκαετίες από τον θάνατο του, δε βοηθάει τη χώρα. Το μόνο που καταφέρνει είναι η καλλιέργεια μιας υστερίας απέναντι στην έννοια του δημοσίου καθώς τείνει να συνδέει τις αποτυχίες του με παρωχημένα πολιτικά καθεστώτα. Ας μη ξεχνάμε ότι κατά τη μετάβαση τους στον καπιταλισμό πολλά πρώην σοσιαλιστικά κράτη πλήρωσαν αυτή την υστερία πολύ ακριβά. 

3/6/11

Περί πλατείας

Είναι όντως το κίνημα των αγανακτισμένων ένα "ζωντανό πείραμα αμεσοδημοκρατίας" όπως έχει εγγραφεί στις συνειδήσεις πολλών Ελλήνων και ορισμένων μελών του τύπου; Αυτό το ερώτημα επαναφέρει στην επιφάνεια κλασικές συζητήσεις περί Δημοκρατίας. 

Η απαίτηση των αγανακτισμένων για μια αμεσότερη μορφή δημοκρατίας δεν καθιστά βεβαίως και το "κίνημα" πείραμα άμεσης δημοκρατίας. Καθώς στον τρόπο το οποίο εξελίσσεται δεν υπάρχει κάτι το ρηξικέλευθο ούτε ως προς την οργάνωση ούτε ως προς τους στόχους ώστε να δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός του πειράματος. Ωστόσο, οι ενέργειες οι οποίες λαμβάνουν χώρα στο Σύνταγμα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως σχολείο κινηματικών και συλλογικών διαδικασιών για μια ευρεία μερίδα του πληθυσμού η οποία είχε συνταξιοδοτηθεί από τους κοινωνικούς αγώνες ή δεν είχε μια ουσιαστική συνάντηση με αυτούς μέχρι σήμερα. Αυτό το σχολείο όμως είναι ένα παλιό σχολείο το οποίο επαναλαμβάνει το μεταπολιτευτικό ρεπερτόριο κινηματικών δράσεων  χωρίς να κομίζει κάτι νέο. Θα ήταν πολύ πιο παραγωγικό αν από αυτές τις ενέργειες προέκυπταν συνεργατικές δραστηριότητες που θα επικέντρωναν σε θέματα πέρα της "αγανάκτησης" και θα εκμεταλλεύονταν τις δημιουργικές τάσεις των συμμετεχόντων και τις προϋποθέσεις για μερικότερη οργάνωση του πλήθους σε περιφερειακές δραστηριότητες διαφόρων ειδών.

Παρά ταύτα, οι γενικόλογες διακηρύξεις περί άμεσης δημοκρατίας και επικλήσεων περί αλλαγής των πάντων σε συνδυασμό με την συλλήβδην απαξίωση του κοινοβουλευτισμού και του πολιτικού συστήματος,  οδηγούν μόνο σε μια συμμετοχή η οποία βασίζεται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στην από κοινού βίωση του αισθήματος της αγανάκτησης. Η εμμονή του 'κινήματος' με την 'άμεση δημοκρατία' είναι αυτό που θα το αποδυναμώσει μακροπρόθεσμα ή θα το καταστήσει έρμαιο στα χέρια πολλαπλών αναδυόμενων λαϊκισμών.

Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι ο λυτρωτικός χαρακτήρας του κινήματος (περισσότερη συμμετοχή και έλεγχος του ευρύτερου πληθυσμού στα πολιτικά θέματα) δεν είναι σημαντικός και απαραίτητος σε κάποιο βαθμό. Από τη μία η λαϊκή κυριαρχία αποτελεί βασικό ιδανικό της δημοκρατίας. Από την άλλη όπως έγραψε και ο γνωστός κοινωνιολόγος Ralf Dahrendorf για τις λαϊκές επαναστάσεις του 1989 "η δημοκρατία είναι μια μορφή διακυβέρνησης και όχι ένα ατμόλουτρο των λαϊκών συναισθημάτων". Ή όπως σημειώνει ο Beertham "η δημοκρατία ως μέθοδος διακυβέρνησης δεν είναι οτιδήποτε τυγχάνει να αποφασίσει ο λαός σε μια δεδομένη στιγμή, αλλά το σύνολο των ρυθμίσεων που εξασφαλίζει τον έλεγχο του λαϊκού παράγοντα επί της δημόσιας διαδικασίας λήψης των αποφάσεων σε τρέχουσα βάση".

Εν ολίγοις, για είναι αυτό το κίνημα πραγματικά προοδευτικό θα πρέπει πέρα από την "ισχυρή αντιθεσμική παρόρμηση" και την "πολιτική της πίστης"(η οποία εκλαμβάνεται ως μέσο για την επίτευξη της τελειότητας ή της λύτρωσης από αυτό τον άδικο τον κόσμο), να διαθέτει και μια ισχυρή πραγματιστική διάσταση η οποία να θέτει συγκεκριμένες ιδέες και στόχους για το πως μπορεί να ανατραπεί η πανταχού παρούσα στρεβλή μεταπολιτευτική οικονομικο-κοινωνική δομή. Και εδώ ξεκινούν τα δύσκολα, καθώς στην αγανάκτηση και στο να κατακρίνουμε τον άδικο τούτο κόσμο είμαστε όλοι σύμμαχοι και συνοδοιπόροι. Όταν όμως οραματιζόμαστε τον κόσμο του άμεσου μέλλοντος μας οι απόψεις μας διαφέρουν ριζικά. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα να δω και να ακούσω συνδικαλιστή του ΤΤ να παρακαλεί το πλήθος της πλατείας να επιτρέψουν στο συνδικάτο τους να συμμετέχει στο κίνημα της πλατείας (πρέπει να είχε προηγηθεί σε μια πιο πρώιμη φάση ο διωγμός της  ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ αν έχω πληροφορηθεί σωστά). Το τι αποφάσισε η Γενική Συνέλευση μου είναι άγνωστο καθώς η διαδικασία, στην οποία συζητήθηκαν και άλλα θέματα, διήρκεσε ώρες των ωρών.

Κατά συνέπεια,η προβληματικότητα που παρουσιάζει το κίνημα των αγανακτισμένων δεν έγκειται αποκλειστικά στην απουσία εμπειρίας στην συλλογική οργάνωση (δυσκολία στη λήψη αποφάσεων και στη πραγματοποίηση τους), ούτε στην απέχθεια που παρουσιάζουν οι "αγανακτισμένοι" προς την εκπροσώπηση και την αντιπροσώπευση η οποία επιβαρύνει περαιτέρω το πρόβλημα της οργάνωσης. Αλλά σε μια δομική συνθήκη: η Ελληνική κοινωνία παραμένει  ακόμα σε συνθήκες μετάβασης. Η κοινωνική συμμαχία ανάμεσα σε συντεχνίες και ομάδες πιέσεις που χάνουν τα προνόμια τους και στα συμμετέχοντα άτομα σε μια αγορά επισφαλούς απασχόλησης (βλ. το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο και το δοκίμιο του Guy Standing για το "precariat") τα οποία μεταμνημονιακά αυξάνονται και πληθύνονται με ταχύτερους ρυθμούς, δεν είναι βιώσιμη με την έννοια ότι δεν μπορεί να οδηγήσει στην απαραίτητη συναίνεση για την προώθηση από κοινού αποδεκτών μεταρρυθμίσεων. Αυτό οφείλεται στο ότι λόγω της οικονομικής κατάστασης δεν μπορεί να υπάρξει βελτίωση της ευημερίας των μεν χωρίς να υπάρξει μια επιδείνωση στους δε. Εκτός βέβαια και αν τα πράγματα αλλάξουν άρδην σε ολόκληρη την Ευρώπη και ο προσανατολισμός των πολιτικών της ΕΕ πάρει τελείως διαφορετικές ατραπούς. Το οποίο ωστόσο δεν φαίνεται καθόλου πιθανό.

Η μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος μας είναι απαραίτητη. Αλλά μου φαίνεται ότι για να είναι ουσιαστική θα πρέπει να προηγηθεί μια εξισορρόπηση των κοινωνικών συνθηκών η οποία αναπόφευκτα θα αποβεί εις βάρος ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού. Η υποχρέωση της κυβέρνησης σε αυτή τη διαδικασία είναι να τηρήσει αποτελεσματικότερα τα προσχήματα όσον αφορά τη διανομή του κόστους της προσαρμογής. Κάτι που δυστυχώς δεν φαίνεται να πράττει.. Όπως και να έχει η έκφραση της λαϊκής οργής θα διαμορφώσει νέες συνθήκες. Πρέπει να μεριμνήσουμε ωστόσο ώστε αυτή να μην εκφραστεί ως καταστρεπτική βία, φασισμός, ξενοφοβία και κάθε λογής λαϊκισμοί.


20/5/11

Σκέψεις που διαβάζονται αργότερα


Μια πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη βελτίωση των εργασιακών και βιοτικών συνθηκών (EUROFOUND) επικεντρώνει στις δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι νέοι εργαζόμενοι αλλά και τις απόψεις των κοινωνικών εταίρων σχετικά με τις απαιτούμενες πολιτικές προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα. Η έκθεση παρά το ενδιαφέρον το οποίο παρουσιάζει δεν παύει να είναι καταθλιπτική. Κυρίως για δύο λόγους: Πρώτον, γιατί σύμφωνα με το πρώτο μέρος της έρευνας το φαινόμενο των διπλάσιων και τριπλάσιων ποσοστών ανεργίας των νέων σε σχέση με τα συνολικά ποσοστά ανεργίας δεν αφορά μόνον κάποιες Ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες δοκιμάζονται από την κρίση περισσότερο. Αλλά μάλλον αποτελεί ένα πανευρωπαϊκό φαινόμενο το οποίο παρουσιάζεται σε όλες τις μεταβιομηχανικές και προσανατολισμένες προς την παραγωγή υπηρεσιών οικονομίες της Ευρώπης. Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με το δεύτερο μέρος της έκθεσης το οποίο παρουσιάζει τις θέσεις και τις εφαρμοζόμενες πολιτικές των κοινωνικών εταίρων και των κυβερνήσεων σχετικά με το πρόβλημα. Κυβερνήσεις και εταίροι ενώ φαίνεται ότι συνειδητοποιούν τις διαστάσεις του προβλήματος, οι απόψεις τους και οι εφαρμοζόμενες πολιτικές δεν υποδηλώνουν μια ουσιαστική αντίληψη αυτού που κάποιοι θα θεωρούσαν πυρήνα του προβλήματος και στο οποίο θα αναφερθώ παρακάτω.



Η έκθεση δεν είναι ένα καθόλου ευχάριστο ανάγνωσμα ( ένα Παρασκευ-ιάτικο απόγευμα δεν είναι σίγουρα η καλύτερη στιγμή να το διαβάσει κάποιος. Ας προτιμήσει καλύτερα αυτό της Κυριακής...). Το πρώτο μέρος μέσα από την παράθεση στοιχείων από τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι νέοι της Ευρώπης είναι από τις πλέον απειλούμενες κοινωνικές ομάδες από την μακροχρόνια ανεργία και τις συνέπειες της. Ακόμα και όταν κάποιος νέος εργάζεται ήδη είναι αρκετά πιθανό η απασχόληση του να χαρακτηρίζεται ως “επισφαλής” που όλοι γνωρίζουμε από την Ελληνική εμπειρία τι δύναται να σημαίνει αυτό. Επιπλέον, η επισφαλής εργασία επιφέρει σε πολλές περιπτώσεις και μια υποδεέστερη θέση στο σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης. Αυτό και αν ανταποκρίνεται στην ελληνική πραγματικότητα.. Ας μην ασχοληθούμε όμως με το ποιες θεωρεί το EUROFOUND ότι μπορούν να είναι οι γενικότερες κοινωνικές συνέπειες της μακροχρόνιας ανεργίας για τους νέους, γιατί το εορταστικό πνεύμα της Παρασκευής θα παρέλθει ανεπιστρεπτί.



Οι θέσεις κοινωνικών εταίρων και κυβερνήσεων περί των αιτιών αυτής της κατάστασης εντοπίζονται στην ύπαρξη προβλημάτων όπως η ύπαρξη αναντιστοιχιών μεταξύ προσφερόμενων και ζητούμενων προσόντων στην αγορά εργασίας, τον περιορισμό των προσλήψεων λόγω των χαλεπών οικονομικών καιρών, τις μεταναστευστικές ροές, τις υπάρχουσες δομές της αγοράς εργασίας οι οποίες επωφελούν περισσότερο τους μεγαλύτερους εργαζόμενους και τέλος το γεγονός ότι η κρίση έχει πλήξει τομείς τις οικονομίας οι οποίες παραδοσιακά προσέφεραν θέσεις εργασίας σε νεότερους εργαζόμενους όπως οι κατασκευές και η βιοτεχνία.


Αυτό που δεν μπορεί να παραβλέψει κάποιος εξετάζοντας το πως οι διάφοροι δρώντες εκλαμβάνουν τις αιτίες του φαινομένου είναι το ότι η έμφαση δίνεται περισσότερο στην αντιμετώπιση της διαρθρωτικής ανεργίας και στον συγκυριακό παράγοντα της οικονομικής κρίσης. Βεβαίως το φαινόμενο της υψηλής ανεργίας δεν είναι νεότευκτο φαινόμενο. Είναι γνωστό ότι αποτελούσε έντονο πρόβλημα και πριν την κρίση. Επιπλέον, η συμβολή των πολιτικών οι οποίες στοχεύουν στην καταπολέμηση της ανεργίας μέσω της καταπολέμησης της διαρθρωτικής ανεργίας πρέπει επιτέλους να αξιολογηθούν σοβαρά. Δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο από κοινό νου ή κάποια ελάχιστη εμπειρία στην αγορά εργασίας για τα καταλάβει κάποιος ότι η διαρθρωτική ανεργία δεν αποτελεί παρά μόνο μια μικρή έκφανση του προβλήματος. Ιδιαίτερα σε οικονομίες οι οποίες βασίζονται στην παροχή υπηρεσιών και οι οποίες δεν απαιτούν φοβερό και τρομερό επίπεδο εξειδίκευσης, αλλά μάλλον την πρόθεση του εργοδότη να προσφέρει μια βασική εκπαίδευση (in job training) στον νεοεισερχόμενο εργαζόμενο. Με λίγα λόγια το πρόβλημα δεν είναι τόσο ότι δεν υπάρχουν τα “skills” αλλά το ότι δεν υπάρχουν οι θέσεις. Αλλά θέσεις δεν υπήρχαν και πριν. Αυτό πιθανόν να το γνωρίζουν και κάποιοι εξωγήινοι. Απλά, το πρόβλημα έχει επιδεινωθεί  ακόμα περισσότερο.

Προσωπικά θεωρώ ότι η έμφαση που δίνεται στην εκπαίδευση και την επανακατάρτιση στην καλύτερη περίπτωση παρά είναι φιλόδοξη ενώ στη χειρότερη είναι παραπλανητική. Δεν υποστηρίζω ότι η εκπαίδευση, η επανακατάρτιση και εξειδίκευση δεν είναι σημαντικές παράμετροι για την εύρυθμη λειτουργία μιας αγοράς εργασίας. Σε ότι αφορά το τρέχον πρόβλημα όμως έχω την αίσθηση ότι είναι σαν προσπαθείς να καταπολεμήσεις έναν καρκίνο με ασπιρίνες. Για να το θέσω επιεικώς,  στην καλύτερη περίπτωση η θεραπεία είναι ελάχιστα σχετική.

Το συνολικό πρόβλημα της ανεργίας στην Ευρώπη, το οποίο άρχισε να αναδύεται απειλητικά ήδη από τη δεκαετία του ‘70 είναι ένα δομικό πρόβλημα. Το πρόβλημα της ανεργίας των νέων είναι τμήμα αυτού του συνολικότερου προβλήματος. Ο λόγος που αυτό γίνεται περισσότερο εμφανές στους νέους είναι το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο των αγορών εργασίας τείνουν να “εξωτερικεύουν” το πρόβλημα σε κοινωνικές ομάδες οι οποίες πάσχουν από το υπάρχον συμμετοχικό έλλειμμα. Αν η συμμετοχή όλων των κοινωνικών ομάδων ήταν επαρκώς αντιπροσωπευτική η ανεργία θα ήταν υψηλή αλλά “δικαιότερα” κατανεμημένη. Το πρόβλημα της ανεργίας πρέπει κατά λοιπόν να αντιμετωπίζεται ως συνολικό πρόβλημα στις μακροοικονομικές του διαστάσεις ενώ πρέπει να δίνονται κίνητρα ώστε οφέλη και κόστη να διαχέονται σε όλο το εργατικό δυναμικό μέσω αντιπροσωπευτικότερων και πιο λειτουργικών θεσμών.

Εν ολίγοις, το πρόβλημα της ανεργίας των νέων είναι μια θεσμική πτυχή ενός συνολικότερου δομικού προβλήματος. Αυτού της μετάβασης των Ευρωπαϊκών οικονομιών από τη βιομηχανική παραγωγή στην παραγωγή υπηρεσιών. Οι συνέπειες αυτής της μεταλλαγής έχουν αναλυθεί στο κλασικό άρθρο των Torben Iversen and Anne Wren  (Equality, Employment, and Budgetary Restraint: The Trilemma of the Service Economy, World Politics - Volume 50, Number 4, July 1998, pp. 507-54). Οι παραγωγή των υπηρεσιών δεν παρέχει τις ίδιες δυνατότητες για ανάπτυξη της παραγωγικότητας με την κλασική βιομηχανική παραγωγή. Αυτό έχει σοβαρότατες συνέπειες καθώς υποσκάπτει τη συνθήκη η οποία οδήγησε στην εντυπωσιακή μεταπολεμική ανάπτυξη της Ευρώπης: Αυξήσεις μισθών χαμηλότερες σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας. Αυτή η συνθήκη οδηγούσε σε χαμηλές τιμές, αύξηση της κατανάλωσης και ως εκ τούτου αύξηση της απασχόλησης. Η στροφή στις υπηρεσίες πλήττει την παραγωγικότητα και κατά συνέπεια την ικανότητα των κυβερνήσεων να συνδιάζουν στόχους όπως υψηλούς μισθούς, διευρυνόμενη απασχόληση και δημοσιονομική πειθαρχία.
Ως εκ τούτου, οι εθνικές κυβερνήσεις καλούνται να λύσουν ένα εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα έχοντας περιορισμένες επιλογές οι οποίες θα περιορίζονται όλο και περισσότερο. Το συγκεκριμένο πρόβλημα ωστόσο είναι ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα, τμήμα των γενικότερων οικονομικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ευρώπη και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σε στενό εθνικό πλαίσιο. Αυτό είναι αυτονόητο. Το πρόβλημα είναι ότι λίγοι από εμάς συνειδητοποιούν τον ουσιαστικό ρόλο της ΕΕ στο μέλλον μας με αποτέλεσμα η Ευρώπη να λειτουργεί για εμάς χωρίς εμάς...

24/9/10

Το Μανιφέστο του Νεοέλληνα Ιανού

  • Είσαι από 25 έως 30 ετών;
  • Έχεις πτυχίο; Μεταπτυχιακό;
  • Γνωρίζεις 2 - 3 ξένες γλώσσες και έχεις  ECDL;
  • Έχεις παρακολουθήσει σωρεία σεμιναρίων, πληρώνοντας τα μαλιοκέφαλα σου προκειμένου να αποκτήσεις "δεξιότητες";
  • Ζεις με τους γονείς σου οι οποίοι σε συντηρούν;
  • Δεν εργάζεσαι γιατί δεν βρίσκεις κάτι το οποίο να ανταποκρίνεται στα προσόντα σου;
  • Το μέλλον σε καταθλίβει; Προτιμάς να ‘ζεις το παρόν’ καθώς θεωρείς κάτι τέτοιο "επαναστατικό";
  • Σκέφτεσαι να μεταναστεύσεις γιατί στο "αξιοκρατικό" εξωτερικό θα αναγνωριστεί η αξία σου και θα ζήσεις ζωή χαρισάμενη. Ωστόσο, δεν είσαι και πολύ σίγουρος για αυτό.
  • Σκέφτεσαι να κάνεις και ένα MBA μπας και γυρίσει η τύχη σου και προσληφθείς σε καμιά πολυεθνική;
  • Γκρινιάζεις μονίμως καθώς διαπιστώνεις ότι ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, αλουμινάδες, σουβλατζίδες, σαντουϊτσάδες, ταβερνιάριδες, μπάρμεν, κρεοπώλες, παντοπώλες, βιντεοκλαμπάδες, ταξιτζίδες, φορτηγατζίδες, αερητζίδες, βγάζουν σε ένα μήνα όσα θα έβγαζες εσύ σε τρεις (το λιγότερο);
  • Βρίσκεσαι συνεχώς σε κατάσταση αναζήτησης επιχειρηματικών ιδεών, οι οποίες θα αποφέρουν άφθονο χρήμα με ελάχιστο κόπο;
  • Έχεις αποποιηθεί την αναγκαιότητα κάθε συλλογικής προσπάθειας; Κολυμπάς μόνος και περιμένεις να βρεθεί κάποιος να σε πιάσει από τα μαλλιά;
  • Περιμένεις να ανέλθει στην εξουσία πάλι το κόμμα στο οποίο ο μπαμπάς έχει τα "κονέ" του, μπας και δεις και εσύ καμιά άσπρη μέρα;
  • Για να ξεφύγεις από την κενότητα της καθημερινότητας, ζεις, διασκεδάζεις με τρόπους και καταναλώνεις αγαθά βλαχομπαρόκ αισθητικής, μιμούμενος την παρακμή της σύγχρονης ελίτ;
  • Είσαι αυτό που οι δημοσιογράφοι ονομάζουν "χλιδάνεργος" υπό τη χορηγία της ευημερούσας προηγούμενης γενιάς;

Αν πληρείς το σύνολο αυτών των αντικειμενικών και υποκειμενικών προϋποθέσεών τότε μπορείς να λες ότι συγκαταλέγεσαι στο πλέον παθητικό και μίζερο τμήμα αυτής της κοινωνίας. Αποτελείς μια ελληνοποιημένη εκδοχή του ‘educated fool’.
Αν εναλλακτικά, 
  • Είσαι άτομο το οποίο αναζητά τη γνώση έξω από στεγανά.
  • Προσπαθείς να βρεις δημιουργικές λύσεις στα προβλήματα της καθημερινότητας.
  • Δεν τα παρατάς, αλλά μένεις προσηλωμένος στους στόχους σου.
  • Δεν φοβάσαι το μέλλον, αλλά βλέπεις τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται σε αυτό.
  • Δεν φοβάσαι να κοιτάξεις τη ζωή κατάματα και αγνοείς έναν νεοπλουτίστικο - ψευτοχλιδάτο και χαύνο τρόπο ζωής που συναντάμε συνήθως στα κλαμπ της παραλιακής.
  • Είσαι πραγματιστής και ορθολογιστής. Επιδιώκεις να βελτιστοποιείς τη χρήση των διαθέσιμων πόρων "αριστοποιώντας".
  • Δεν είσαι ατομοκεντρικός. Δεν αναλώνεις τη ζωής σου την ικανοποίηση του ναρκισσιστικού ηδονισμού σου.
  • Είσαι προοδευτικός. Υπερβαίνεις τις στερεότυπες αντιλήψεις με δυναμισμό.
  • Επιδιώκεις την εφαρμογή της καινοτομίας και της επιστημονικής γνώσης.
  • Δεν φοβάσαι να εκτεθείς. Παίρνεις ρίσκα για χάρη της άτομικής και κοινωνικής προόδου.
  • Συμμετέχεις, συνεταιρίζεσαι, συνασπίζεσαι, ομαδοποιείσαι. Αναγνωρίζεις το ρόλο της συλλογικής δράσης στην ατομική και κοινωνική πρόοδο.
  • Συγκρούεσαι - συνδιαλέγεσαι. Δε γίνεσαι παθητικός δέκτης. Απαιτείς να συνδιαμορφώνεις.
  • Ταξιδεύεις σαν μικρός Καζαντζάκης, γνωρίζοντας εναλλακτικές συνήθειες και τρόπους ζωής. Όχι για ψώνια στο Λονδίνο την περίοδο των εκπτώσεων και για χλιδάτες διακοπές σε δυτικοπρεπή αποστειρωμένα ξενοδοχεία αναπτυσσόμενων χωρών.
  • Παίρνεις πρωτοβουλία. Αναζητείς επαγγελματικές διεξόδους μέσα από την παραγωγική αξιοποίηση της εμπειρίας σου ως πολίτης, επιστήμονας, διανοούμενος, καταναλωτής, εργαζόμενος, επιχειρηματίας, ταξιδευτής.

Αν διαθέτεις τέτοια ή παρόμοια χαρακτηριστικά τότε αποτελείς τμήμα του σημαντικότερου κεφαλαίου για τη χώρα: Ενός πολλά υποσχόμενου ανθρώπινου δυναμικού. Πέρα όμως από αυτό, διαθέτεις το κατάλληλο υπόβαθρο για να ζήσεις μια ανθρώπινη ζωή, καθώς ο αγώνας για επιβίωση θα είναι εμποτισμένος με την ατομική, συλλογική ενέργεια και τη δημιουργικότητα. Θα είναι μια ζωή η οποία δεν θα προσιδιάζει σε καμιά περίπτωση στην νωθρή ασφάλεια που μπορεί να προσφέρει η αδράνεια, αλλά θα παρέχει τη συγκίνηση και την ικανοποίηση της δράσης. Θα είναι το κυνήγι μιας μετατοπιζόμενης κορυφής, την οποία προκειμένου να φτάσουμε, θα βρισκόμαστε όλο και ψηλότερα.

19/9/10

"'Ένα μεταπτυχιακό σώζει από την ανεργία." Ή μήπως όχι;

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Ελληνική Στατιστική Αρχή, το μεγαλύτερο κίνδυνο να χάσουν τη δουλειά τους, ως προς το επίπεδο της εκπαίδευσης τους, διατρέχουν όσοι δεν έχουν πάει καθόλου σχολείο (ποσοστό ανεργίας 19,7%), οι απόφοιτοι ανώτερης τεχνολογικής επαγγελματικής εκπαίδευσης (14,2%) και όσοι έχουν ολοκληρώσει κάποιες τάξεις του δημοτικού (14%). Το χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται σε αυτούς οι οποίοι κατέχουν διδακτορικό ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών (7,4%) και στους πτυχιούχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (8,1%).  


Με βάση τα προηγούμενα στοιχεία κάποιος εύκολα συμπεραίνει ότι ο καλύτερος τρόπος να προστατευτεί από την ανεργία είναι η απόκτηση πτυχίων με τη "σέσουλα". Θα αντιτείνω ότι η ύπαρξη μεγάλου ποσοστού ανεργίας στους τομείς της ανειδίκευτης εργασίας ή στους τομείς που αφορούν τους αποφοίτους στην τεχνολογική εκπαίδευση προμηνύει και ένα σκοτεινό μέλλον για την απασχόληση των πτυχιούχων πανεπιστημίου, των μεταπτυχιακών και των διδακτόρων.


Κατ' αρχήν η ύπαρξη υψηλού ποσοστού ανεργίας στις συγκεκριμένες κατηγορίες υποδεικνύει ένα υψηλό ποσοστό ανεργίας στους κλάδους της πραγματικής οικονομίας γενικότερα (στη βιομηχανία, τη βιοτεχνία κ.ο.κ). Κατά συνέπεια η υψηλή ανεργία των ανειδίκευτων - ειδικευμένων εργατών δεν οφείλεται στην έλλειψη πανεπιστημιακών πτυχίων, αλλά προφανώς στο γεγονός ότι η ελληνικές βιομηχανίες και βιοτεχνίες μεταφέρουν τις δραστηριότητες τους σε χώρες με ανταγωνιστικότερες συνθήκες (χαμηλότερο εργασιακό κόστος, χαμηλότερη φορολογία). Είναι πολύ πιθανό ότι η κρίση της πραγματικής οικονομίας στο άμεσο μέλλον θα πλήξει τους όρους ή ακόμα και την απασχόληση σε κλάδους όπου απασχολούνται κυρίως οι πτυχιούχοι, όπως το δημόσιο και στα ανώτερα κλιμάκια της παροχής υπηρεσιών. 


Για τον οικονομολόγο αυτή μπορεί να είναι μια αυτονόητη παρατήρηση, πρέπει να είμαστε ωστόσο προσεκτικοί όταν ρίχνουμε το βάρος της ανάλυσης στην ύπαρξη της διαρθρωτικής ανεργίας. Αυτό το πρόβλημα είναι σίγουρα υπαρκτό αλλά  στην περίπτωση της Ελλάδας το πρόβλημα, όπως θα συμφωνούσαν αρκετοί, ερείδεται στην χρόνια ατολμία θεσμικών μεταρρυθμίσεων και στην ανυπαρξία πολιτικών που θα έδιναν ώθηση στην απασχόληση. Θα ήθελα ωστόσο να διατηρήσω την έμφαση στο θέμα της εκπαίδευσης και σε ένα σημαντικό ζήτημα: τι καθορίζει το ποσοστό των πτυχιούχων, των εξειδικευμένων και των ανειδίκευτων εργατών που διαθέτει μια χώρα; Η αναμενόμενη απάντηση για κάποιον ο οποίος επιβιώνει στο πλαίσιο ενός καπιταλιστικού συστήματος είναι προφανώς η αγορά.                 


Στην Ελλάδα ωστόσο αυτό που καθορίζει τον αριθμό των πτυχιούχων πανεπιστημίου και των λοιπών κατηγοριών είναι ένα σύμπλεγμα ενός βαθιά προβληματικού εκπαιδευτικού συστήματος και μιας μικροαστικής νοοτροπίας σχετικά με τον επαγγελματικό προσανατολισμό της νεολαίας. Είναι αρκετοί αυτοί οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η εκπαίδευση δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αγοράς. Θα συμφωνήσω με αυτή την φράση αν υποστεί μια "μικρή" μετατροπή. Η εκπαίδευση στην Ελλάδα δεν ανταποκρίνεται στην απουσία αναγκών της αγοράς! Για αυτό τον λόγο η χώρα διαθέτει και ένα τεράστιο πλήθος δημοσίων υπαλλήλων ενώ απασχολεί και το μεγαλύτερο μέρος των πτυχιούχων. Δεν έχουν απλά που αλλού να πάνε και το κράτος επί σειρά ετών τους πρόσφερε εργασία για να "κατευνάσει" τα πάθη των μορφωμένων, δυνητικά άνεργων μαζών όπως θα έλεγε ο Le Bon.


Η δημιουργία  μοντέρνων δομών εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες πέρα από τη δημιουργία υψηλά καταρτισμένου εργατικού δυναμικού το οποίο θα προσελκύσει την επένδυση θα δημιουργεί και συνθήκες για πολιτική πίεση για μεταρρυθμίσεις από τις νεώτερες γενιές. Υπό αυτές τις συνθήκες οι πτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές θα είναι πραγματικά ένα εφόδιο σε μια ανταγωνιστική αγορά εργασίας. Επιπλέον, αν η χώρα διατηρεί ένα υψηλό επίπεδο εξειδικευμένης εργασίας θα πρέπει να διαθέτει και τις κατάλληλες εργασιακές και κοινωνικές δομές για την στηρίζει (βλ. post για την καινοτομία). Σε διαφορετική περίπτωση θα πρέπει να ανταγωνίζεται τις αναπτυσσόμενες χώρες σε όρους 'race to the bottom'. 




14/9/10

Η Mετανάστευση ως Nέα Aυτοεξορία



Συγκαταλέγομαι σε αυτούς οι οποίοι θεωρούν ότι η μετανάστευση αποτελεί ορθολογική επιλογή υπό τις παρούσες συνθήκες. Ομολογώ δε ότι είναι η πρώτη φορά που αισθάνομαι ότι η άποψη μου εκφράζει μια ευρύτερη πλειοψηφία χωρίς αυτό να με ενθουσιάζει καθόλου. Είναι γεγονός ότι οι συνθήκες για τη μετανάστευση δεν ήταν ποτέ ιδανικότερες καθώς απέναντι στη μαζική υστερία για εγκατάλειψη της χώρας το κράτος δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα περιορισμού της. Η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά έχει καθιερώσει την ελεύθερη μετακίνηση προσώπων και η περιοριστική δημοσιονομική πολιτική δεν μπορεί να δημιουργήσει αντικίνητρα. Από την άλλη στα γραφεία ευρέσεως εργασίας ακόμα και για τις μη ευρωπαϊκές χώρες έχουν αρχίσει να συρρέουν χιλιάδες άτομα. Εδώ διακρίνεται και το διαφοροποιητικό στοιχείο της σύγχρονης μετανάστευσης από αυτή της δεκαετίας του ’50, καθώς οι σύγχρονοι υποδοχείς μεταναστών είναι πρόθυμοι να υποδεχτούν κυρίως υψηλά καταρτισμένο εργατικό δυναμικό το οποίο βρίσκεται σε έλλειψη στο εσωτερικό. Έτσι πολλοί είναι αυτοί οι οποίοι επιστρέφουν στα σπίτια τους απογοητευμένοι αφού οι δεξιότητες του δεν συμπεριλαμβάνονται στις λεγόμενες «λίστες».

Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο ωστόσο είναι αυτό το οποίο έχει επισημανθεί κατά κόρων σε σχέση με τη μετανάστευση των σύγχρονων Ελλήνων: Ο φόβος ότι η δυσχερής οικονομική συγκυρία θα στεγνώσει την Ελλάδα από το νεότερο και το πλέον δυναμικό, καταρτισμένο και ελπιδοφόρο τμήμα του πληθυσμού της. Αυτό το τμήμα πέρα από το ότι είναι περιζήτητο στο εξωτερικό είναι και το πλέον κατάλληλα εφοδιασμένο να αφομοιωθεί ταχύτατα και να ευημερήσει καθώς αποτελεί τον κύριο αποδέκτη – αφομοιωτή του «εξευρωπαϊσμού». Σε σχέση με αυτή την παρατήρηση το εντυπωσιακό είναι ότι ενώ μέσω επισήμων ή ανεπίσημων καναλιών η κουλτούρα του ευρωπαϊσμού καλλιεργείται στην χώρα, λίγα γίνονται ώστε οι παραγωγικές δομές να προσαρμοστούν σε αυτήν. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται ένα ‘υπαρξιακό’ χάσμα το οποίο μπορεί μόνο να καλύψει η φυγή προς το εξωτερικό καθώς εκεί ο νέος εργαζόμενος μπορεί να «συγκλίνει» ταχύτερα από ότι η χώρα του σαν σύνολο. Ωστόσο οι συνθήκες που οδηγούν στην επιλογή της μετανάστευσης είναι αντικειμενικές. Κατά βάση αυτό που δίνει ώθηση στην μετανάστευση μορφωμένου και υψηλά καταρτισμένου εργατικού δυναμικού, πέρα από την δυνατότητας απασχόλησης per se, είναι δυνατότητα εργασίας και καλύτερης αμοιβής σε κλειστά ή κορεσμένα εργασιακά αντικείμενα. Επιπλέον, δίνεται διέξοδος στους πτυχιούχους των οποίων οι σπουδές δεν εκτιμώνται στην Ελλάδα καθώς εντάσσονται σε κλάδους οι οποίοι είναι υπανάπτυκτοι ή ανύπαρκτοι. Καθώς όμως τα ποσοστά αυτών οι οποίοι αποχωρούν από την χώρα και αυτών των οποίων σκοπεύουν να αποχωρήσουν αυξάνονται δραματικά ένα κρίσιμο ερώτημα αναδύεται: Ποιες είναι οι προοπτικές της χώρας αν αυτή καταλήξει μια χώρα γερόντων, αποψιλωμένη από το φυτώριο των νέων επιστημόνων, επαγγελματιών και επιχειρηματιών; Κατά συνέπεια, αν και κατά βάση η μετανάστευση αποτελεί ορθολογική επιλογή, εγείρει σημαντικά ζητήματα ηθικής φύσης καθώς αν η εργασία και η ευημερία αποτελούν σημαντικά στοιχεία διαμόρφωσης της ταυτότητας μας, αναλόγως σημαντικά στοιχεία είναι και η ελληνικότητα μας και η ευημερία της κοιτίδας μας.


Albert O. Hirschman
Η παραπάνω παρατηρήσεις μου φέρνουν στο νου το έργο του διάσημου οικονομολόγου Albert O. Hirschman Αποχώρηση, διαφωνία και αφοσίωση (Exit, voice and loyalty). Εν συντομία, ο Hirschman θεωρεί ότι το άτομο έχει δύο επιλογές όταν έρχεται αντιμέτωπο με την επιδείνωση του προϊόντος ή του συλλογικού αγαθού που παράγει μια επιχείρηση ή ένας οργανισμός. Είτε να αποχωρήσει (exit), δηλαδή να σταματήσει την κατανάλωση του συγκεκριμένου αγαθού και να επιλέξει κάποιο ανταγωνιστικό αγαθό, είτε να διαφωνήσει (voice) αντιδρώντας στην επιδείνωση έχοντας ως  απώτερο στόχο την επανάκαμψη της τιμής - ποιότητας στο αρχικό της επίπεδο. O Hirschman διαχωρίζει αυτές τις δύο δυνατότητες ως υλοποιήσεις της οικονομικής και πολιτικής σκέψης αντίστοιχα. Αυτός ο διαχωρισμός διακρίνεται ξεκάθαρα αν αναλογιστούμε τον τρόπο λειτουργίας των απολύτως ανταγωνιστικών αγορών της οικονομίας σε αντιδιαστολή με τον σχετικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό των πολιτικών συστημάτων. Για έναν πολιτικό επιστήμονα ο οποίος μελετά έναν πολιτικό θεσμό, η πλέον αναμενόμενη συμπεριφορά για ένα διαφωνών μέλος αυτού είναι να εκφράσει τη διαφωνία του , τουλάχιστον αρχικά, παρά να αποχωρήσει ακαριαία από αυτόν. Είναι λογικό ωστόσο μια μη επιτυχής διαφωνία να καταλήγει στην αποχώρηση και ως εκ τούτου η δύο καταστάσεις να εμφανίζονται ως συμπληρωτικές τουλάχιστον στο πλαίσιο πολιτικών και άλλων κοινωνικών οργανώσεων. Αυτό το στοιχείο της συμπληρωματικότητας διαφωνίας και αποχώρησης προσδίδει σταθερότητα στα πολιτικά – κοινωνικά συστήματα και δεν τα οδηγεί στη διάλυση με την πρώτη δυσκολία. Και στο επίπεδο της οικονομίας ωστόσο,  ο Hirschman εγείρει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το ρόλο της αποχώρησης και της διαφωνίας στη λειτουργία των πλήρως ανταγωνιστικών αλλά και των μονοπωλιακών – ολιγοπωλιακών αγορών καταλήγοντας  στο συμπέρασμα ότι η δυνατότητα της άμεσης αποχώρησης περιορίζει τη δυνατότητα επανάκαμψης των επιχειρήσεων και της διατήρησης ενός υψηλού επιπέδου ποιότητας ενώ στη δεύτερη περίπτωση δημιουργούνται κίνητρα για την εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης ή την ανάδυση εναρμονισμένων πρακτικών για την επίτευξη μιας κερδοφόρας αδράνειας. Το συμπέρασμα είναι ότι η διαφωνία είναι κάτι το απολύτως χρήσιμο για την επιτυχή και σταθερή λειτουργία των θεσμών και πρέπει να δίνεται η δυνατότητα σε αυτή να εκφράζεται τόσο πολιτικό όσο και στο οικονομικό πεδίο. Το ερώτημα ωστόσο είναι πως ο καταναλωτής – πολίτης επιλέγει ανάμεσα σε αυτές τις δύο δυνατότητες.


Η θεωρία του Hirschman εμμέσως μας παρέχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ερμηνεία της επιλογής της μετανάστευσης. Η καταφυγή στη διαφωνία αντί  της αποχώρησης (μετανάστευσης) είναι δυνατή όταν υφίστανται οι εξής δύο συνθήκες: α) οι πολίτες είναι διατεθειμένοι να ανταλλάξουν τη βεβαιότητα της αποχώρησης έναντι της αβεβαιότητας μιας βελτίωσης στο επιδεινούμενο προϊόν και β) η εκτίμηση που έχουν οι πολίτες ως προς την ικανότητα τους να επηρεάσουν την οργάνωση είναι υψηλή. Είναι σαφές ότι οι Έλληνες πολίτες πλέον δεν διαθέτουν παρά ελάχιστη εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα και οι θεσμοθετημένες δυνατότητες τους για διαφωνία είναι περιορισμένες και αναποτελεσματικές (βλ. αντιπολίτευση και εξωκοινοβουλευτικά κόμματα, συνδικάτα κ.ο.κ.). Επιπλέον, εξηγείται και η τάση για άμεση αποχώρηση του «ενεργητικότερου» και πολλά υποσχόμενου τμήματος του πληθυσμού καθώς αυτό είναι το πλέον ευαίσθητο στην επιδείνωση της ποιότητας του παρεχόμενου αγαθού, ενώ διαθέτει το ανάλογο «πλεόνασμα καταναλωτή» για να αναζητήσει εναλλακτικές που ενέχουν υψηλότερο κόστος (κόστος μετακίνησης και αναζήτησης εργασίας στο εξωτερικό, μετακίνηση ολόκληρης της οικογένειας,  αφομοίωση στο νέο περιβάλλον, εκμάθηση μιας νέας γλώσσας κ.ο.κ).  Επιπλέον όπως αναφέρεται “Μόνον καθώς αρχίζουν να μοιάζουν (η μια χώρα στην άλλη) λόγω της προόδου στις επικοινωνίες και στο συνολικό εκσυγχρονισμό, θα προκύψει ο κίνδυνος πρώιμων και υπερβολικών αποχωρήσεων, των οποίων τρέχων παράδειγμα αποτελεί η αφαίμαξη εγκεφάλων (brain drain)".         Κατά συνέπεια το μόνο στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να ανακόψει αυτήν την κατρακύλα είναι η ύπαρξη αφοσίωσης. Η αφοσίωση αυξάνει το κόστος της αποχώρησης, βοηθάει στην «ανάκτηση της ισορροπίας» και οδηγεί τους ανθρώπους σε άλλους τρόπους δράσης. Η μη ύπαρξη όμως των κατάλληλων διεξόδων για την άσκηση της διαφωνίας όπως αναφέρθηκε παραπάνω στραγγαλίζει και αυτήν ακόμα την αφοσίωση που τρέφει ο Έλληνας προς την χώρα του.


Σύμφωνα με τα παραπάνω η ροπή προς την αποχώρηση - μετανάστευση είναι βραχύ-μεσοπρόθεσμα αναπόδραστη. Αν ισχύει κάτι τέτοιο οι προσπάθειες της πολιτείας θα πρέπει να επικεντρωθούν στον επαναπροσεταιρισμό των αποχωρούντων σε βάθος χρόνου. Σε μια τέτοια προοπτική κύριο ρόλο θα διαδραματίσει το κατά πόσο οι  Έλληνες θα συνεχίζουν να ενδιαφέρονται για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα ακόμα και μετά την αποχώρηση τους. Θεωρώ ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί ούτε πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Για αυτό το λόγο θα πρέπει να καθιερωθεί ως πολιτική βαρύνουσας σημασίας η διαμόρφωση κατάλληλων θεσμών ώστε ο αποχωρών να μπορεί να εκδηλώνει το ενδιαφέρον και να επηρεάζει τα τεκταινόμενα στη χώρα. Το θετικό στοιχείο είναι ότι το ενδιαφέρον του μετανάστη για τη χώρα του δε μπορεί να εξαντληθεί εν μία νυκτί, καθώς αναπόφευκτα θα συνεχίσει να διατηρεί δεσμούς με αυτήν (συγγενικά δίκτυα, δεσμοί εντοπιότητας, πατριωτικό ενδιαφέρον κ.τ.λ.). Πρέπει κατά συνέπεια να διατηρηθούν τα ψήγματα της αφοσίωσης, όπως αυτά υπήρχαν στους μετανάστες, τους εξόριστους ή τους αυτοεξόριστους άλλων εποχών, ώστε η φυγή να μην είναι τελείως αρνητική αλλά να μπορεί να έχει κάποιον θετικό αντίκτυπο στις εξελίξεις στο εσωτερικό. Πρέπει εν ολίγοις να δημιουργηθούν συνθήκες για την επιρροή και τη «διαφωνία από έξω», αν θα θέλαμε να το θέσουμε με όρους Hirschman . Μέσω της δημιουργίας δομών για τη διατήρηση της αφοσίωσης η άποψη και η εμπειρία που αποκομίζει ο μετανάστης από την δραστηριοποίηση σε ένα πιο εξελιγμένο πολιτικό και οικονομικό σύστημα θα επηρεάσει αναμφισβήτητα τη διαδικασία της μεταρρύθμισης στο εσωτερικό. Επιπλέον αυτός είναι και ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλιστεί ότι θα διαμορφωθούν συνθήκες για σχετικά σύντομο επαναπατρισμό.

Αναγνωρίζω ότι η κύρια πρωτοβουλία για συλλογική δράση στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να ανήκει στο κράτος. Είναι θετικό ωστόσο το ότι οι περισσότεροι μετανάστες  διατηρούν σχετικό ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα τους αν και οι σύγχρονες συνθήκες παρουσιάζουν το κίνδυνο η μετανάστευση να διαρρήξει  τον εθνικό δεσμό. Για αυτό τον λόγο απέναντι στις αφομοιωτικές επιδράσεις της ευημερίας, ο Έλληνας θα πρέπει να είναι αφοσιωμένος στην «ελληνικότητα» αλλά όχι μέσω μιας αναπόλησης της τρυφηλότητας του ελληνικού τρόπου ζωής προ της κρίσεως αλλά ούτε και μέσω ενός μηδενιστικού κριτικισμού. Ας έχουμε υπόψιν τα λόγια του Νίκου Καζαντζάκη προς τη σύντροφο του Γαλάτεια κάθε φορά που επιδιδόμαστε σε μεγαλόστομους αφορισμούς για τη χώρα μας: “… να δημιουργήσουμε από την λάσπη τούτη την ελληνική, το πρόπλασμα της θεότητας. Από την ευτυχία, από τη δόξα και την καλοπέραση ποτέ δεν πλάθεται ο θεός. Μόνο από τη ντροπή την ατιμία και τα δάκρυα. Μια cause perdue είναι η Ελλάδα. Ας την αναλάβουμε. Μόνον οι αριβίστες και οι έμποροι αγαπούν τις σίγουρες υποθέσεις”.        




Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget