24/9/10

Το Μανιφέστο του Νεοέλληνα Ιανού

  • Είσαι από 25 έως 30 ετών;
  • Έχεις πτυχίο; Μεταπτυχιακό;
  • Γνωρίζεις 2 - 3 ξένες γλώσσες και έχεις  ECDL;
  • Έχεις παρακολουθήσει σωρεία σεμιναρίων, πληρώνοντας τα μαλιοκέφαλα σου προκειμένου να αποκτήσεις "δεξιότητες";
  • Ζεις με τους γονείς σου οι οποίοι σε συντηρούν;
  • Δεν εργάζεσαι γιατί δεν βρίσκεις κάτι το οποίο να ανταποκρίνεται στα προσόντα σου;
  • Το μέλλον σε καταθλίβει; Προτιμάς να ‘ζεις το παρόν’ καθώς θεωρείς κάτι τέτοιο "επαναστατικό";
  • Σκέφτεσαι να μεταναστεύσεις γιατί στο "αξιοκρατικό" εξωτερικό θα αναγνωριστεί η αξία σου και θα ζήσεις ζωή χαρισάμενη. Ωστόσο, δεν είσαι και πολύ σίγουρος για αυτό.
  • Σκέφτεσαι να κάνεις και ένα MBA μπας και γυρίσει η τύχη σου και προσληφθείς σε καμιά πολυεθνική;
  • Γκρινιάζεις μονίμως καθώς διαπιστώνεις ότι ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, αλουμινάδες, σουβλατζίδες, σαντουϊτσάδες, ταβερνιάριδες, μπάρμεν, κρεοπώλες, παντοπώλες, βιντεοκλαμπάδες, ταξιτζίδες, φορτηγατζίδες, αερητζίδες, βγάζουν σε ένα μήνα όσα θα έβγαζες εσύ σε τρεις (το λιγότερο);
  • Βρίσκεσαι συνεχώς σε κατάσταση αναζήτησης επιχειρηματικών ιδεών, οι οποίες θα αποφέρουν άφθονο χρήμα με ελάχιστο κόπο;
  • Έχεις αποποιηθεί την αναγκαιότητα κάθε συλλογικής προσπάθειας; Κολυμπάς μόνος και περιμένεις να βρεθεί κάποιος να σε πιάσει από τα μαλλιά;
  • Περιμένεις να ανέλθει στην εξουσία πάλι το κόμμα στο οποίο ο μπαμπάς έχει τα "κονέ" του, μπας και δεις και εσύ καμιά άσπρη μέρα;
  • Για να ξεφύγεις από την κενότητα της καθημερινότητας, ζεις, διασκεδάζεις με τρόπους και καταναλώνεις αγαθά βλαχομπαρόκ αισθητικής, μιμούμενος την παρακμή της σύγχρονης ελίτ;
  • Είσαι αυτό που οι δημοσιογράφοι ονομάζουν "χλιδάνεργος" υπό τη χορηγία της ευημερούσας προηγούμενης γενιάς;

Αν πληρείς το σύνολο αυτών των αντικειμενικών και υποκειμενικών προϋποθέσεών τότε μπορείς να λες ότι συγκαταλέγεσαι στο πλέον παθητικό και μίζερο τμήμα αυτής της κοινωνίας. Αποτελείς μια ελληνοποιημένη εκδοχή του ‘educated fool’.
Αν εναλλακτικά, 
  • Είσαι άτομο το οποίο αναζητά τη γνώση έξω από στεγανά.
  • Προσπαθείς να βρεις δημιουργικές λύσεις στα προβλήματα της καθημερινότητας.
  • Δεν τα παρατάς, αλλά μένεις προσηλωμένος στους στόχους σου.
  • Δεν φοβάσαι το μέλλον, αλλά βλέπεις τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται σε αυτό.
  • Δεν φοβάσαι να κοιτάξεις τη ζωή κατάματα και αγνοείς έναν νεοπλουτίστικο - ψευτοχλιδάτο και χαύνο τρόπο ζωής που συναντάμε συνήθως στα κλαμπ της παραλιακής.
  • Είσαι πραγματιστής και ορθολογιστής. Επιδιώκεις να βελτιστοποιείς τη χρήση των διαθέσιμων πόρων "αριστοποιώντας".
  • Δεν είσαι ατομοκεντρικός. Δεν αναλώνεις τη ζωής σου την ικανοποίηση του ναρκισσιστικού ηδονισμού σου.
  • Είσαι προοδευτικός. Υπερβαίνεις τις στερεότυπες αντιλήψεις με δυναμισμό.
  • Επιδιώκεις την εφαρμογή της καινοτομίας και της επιστημονικής γνώσης.
  • Δεν φοβάσαι να εκτεθείς. Παίρνεις ρίσκα για χάρη της άτομικής και κοινωνικής προόδου.
  • Συμμετέχεις, συνεταιρίζεσαι, συνασπίζεσαι, ομαδοποιείσαι. Αναγνωρίζεις το ρόλο της συλλογικής δράσης στην ατομική και κοινωνική πρόοδο.
  • Συγκρούεσαι - συνδιαλέγεσαι. Δε γίνεσαι παθητικός δέκτης. Απαιτείς να συνδιαμορφώνεις.
  • Ταξιδεύεις σαν μικρός Καζαντζάκης, γνωρίζοντας εναλλακτικές συνήθειες και τρόπους ζωής. Όχι για ψώνια στο Λονδίνο την περίοδο των εκπτώσεων και για χλιδάτες διακοπές σε δυτικοπρεπή αποστειρωμένα ξενοδοχεία αναπτυσσόμενων χωρών.
  • Παίρνεις πρωτοβουλία. Αναζητείς επαγγελματικές διεξόδους μέσα από την παραγωγική αξιοποίηση της εμπειρίας σου ως πολίτης, επιστήμονας, διανοούμενος, καταναλωτής, εργαζόμενος, επιχειρηματίας, ταξιδευτής.

Αν διαθέτεις τέτοια ή παρόμοια χαρακτηριστικά τότε αποτελείς τμήμα του σημαντικότερου κεφαλαίου για τη χώρα: Ενός πολλά υποσχόμενου ανθρώπινου δυναμικού. Πέρα όμως από αυτό, διαθέτεις το κατάλληλο υπόβαθρο για να ζήσεις μια ανθρώπινη ζωή, καθώς ο αγώνας για επιβίωση θα είναι εμποτισμένος με την ατομική, συλλογική ενέργεια και τη δημιουργικότητα. Θα είναι μια ζωή η οποία δεν θα προσιδιάζει σε καμιά περίπτωση στην νωθρή ασφάλεια που μπορεί να προσφέρει η αδράνεια, αλλά θα παρέχει τη συγκίνηση και την ικανοποίηση της δράσης. Θα είναι το κυνήγι μιας μετατοπιζόμενης κορυφής, την οποία προκειμένου να φτάσουμε, θα βρισκόμαστε όλο και ψηλότερα.

19/9/10

"'Ένα μεταπτυχιακό σώζει από την ανεργία." Ή μήπως όχι;

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Ελληνική Στατιστική Αρχή, το μεγαλύτερο κίνδυνο να χάσουν τη δουλειά τους, ως προς το επίπεδο της εκπαίδευσης τους, διατρέχουν όσοι δεν έχουν πάει καθόλου σχολείο (ποσοστό ανεργίας 19,7%), οι απόφοιτοι ανώτερης τεχνολογικής επαγγελματικής εκπαίδευσης (14,2%) και όσοι έχουν ολοκληρώσει κάποιες τάξεις του δημοτικού (14%). Το χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται σε αυτούς οι οποίοι κατέχουν διδακτορικό ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών (7,4%) και στους πτυχιούχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (8,1%).  


Με βάση τα προηγούμενα στοιχεία κάποιος εύκολα συμπεραίνει ότι ο καλύτερος τρόπος να προστατευτεί από την ανεργία είναι η απόκτηση πτυχίων με τη "σέσουλα". Θα αντιτείνω ότι η ύπαρξη μεγάλου ποσοστού ανεργίας στους τομείς της ανειδίκευτης εργασίας ή στους τομείς που αφορούν τους αποφοίτους στην τεχνολογική εκπαίδευση προμηνύει και ένα σκοτεινό μέλλον για την απασχόληση των πτυχιούχων πανεπιστημίου, των μεταπτυχιακών και των διδακτόρων.


Κατ' αρχήν η ύπαρξη υψηλού ποσοστού ανεργίας στις συγκεκριμένες κατηγορίες υποδεικνύει ένα υψηλό ποσοστό ανεργίας στους κλάδους της πραγματικής οικονομίας γενικότερα (στη βιομηχανία, τη βιοτεχνία κ.ο.κ). Κατά συνέπεια η υψηλή ανεργία των ανειδίκευτων - ειδικευμένων εργατών δεν οφείλεται στην έλλειψη πανεπιστημιακών πτυχίων, αλλά προφανώς στο γεγονός ότι η ελληνικές βιομηχανίες και βιοτεχνίες μεταφέρουν τις δραστηριότητες τους σε χώρες με ανταγωνιστικότερες συνθήκες (χαμηλότερο εργασιακό κόστος, χαμηλότερη φορολογία). Είναι πολύ πιθανό ότι η κρίση της πραγματικής οικονομίας στο άμεσο μέλλον θα πλήξει τους όρους ή ακόμα και την απασχόληση σε κλάδους όπου απασχολούνται κυρίως οι πτυχιούχοι, όπως το δημόσιο και στα ανώτερα κλιμάκια της παροχής υπηρεσιών. 


Για τον οικονομολόγο αυτή μπορεί να είναι μια αυτονόητη παρατήρηση, πρέπει να είμαστε ωστόσο προσεκτικοί όταν ρίχνουμε το βάρος της ανάλυσης στην ύπαρξη της διαρθρωτικής ανεργίας. Αυτό το πρόβλημα είναι σίγουρα υπαρκτό αλλά  στην περίπτωση της Ελλάδας το πρόβλημα, όπως θα συμφωνούσαν αρκετοί, ερείδεται στην χρόνια ατολμία θεσμικών μεταρρυθμίσεων και στην ανυπαρξία πολιτικών που θα έδιναν ώθηση στην απασχόληση. Θα ήθελα ωστόσο να διατηρήσω την έμφαση στο θέμα της εκπαίδευσης και σε ένα σημαντικό ζήτημα: τι καθορίζει το ποσοστό των πτυχιούχων, των εξειδικευμένων και των ανειδίκευτων εργατών που διαθέτει μια χώρα; Η αναμενόμενη απάντηση για κάποιον ο οποίος επιβιώνει στο πλαίσιο ενός καπιταλιστικού συστήματος είναι προφανώς η αγορά.                 


Στην Ελλάδα ωστόσο αυτό που καθορίζει τον αριθμό των πτυχιούχων πανεπιστημίου και των λοιπών κατηγοριών είναι ένα σύμπλεγμα ενός βαθιά προβληματικού εκπαιδευτικού συστήματος και μιας μικροαστικής νοοτροπίας σχετικά με τον επαγγελματικό προσανατολισμό της νεολαίας. Είναι αρκετοί αυτοί οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η εκπαίδευση δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αγοράς. Θα συμφωνήσω με αυτή την φράση αν υποστεί μια "μικρή" μετατροπή. Η εκπαίδευση στην Ελλάδα δεν ανταποκρίνεται στην απουσία αναγκών της αγοράς! Για αυτό τον λόγο η χώρα διαθέτει και ένα τεράστιο πλήθος δημοσίων υπαλλήλων ενώ απασχολεί και το μεγαλύτερο μέρος των πτυχιούχων. Δεν έχουν απλά που αλλού να πάνε και το κράτος επί σειρά ετών τους πρόσφερε εργασία για να "κατευνάσει" τα πάθη των μορφωμένων, δυνητικά άνεργων μαζών όπως θα έλεγε ο Le Bon.


Η δημιουργία  μοντέρνων δομών εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες πέρα από τη δημιουργία υψηλά καταρτισμένου εργατικού δυναμικού το οποίο θα προσελκύσει την επένδυση θα δημιουργεί και συνθήκες για πολιτική πίεση για μεταρρυθμίσεις από τις νεώτερες γενιές. Υπό αυτές τις συνθήκες οι πτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές θα είναι πραγματικά ένα εφόδιο σε μια ανταγωνιστική αγορά εργασίας. Επιπλέον, αν η χώρα διατηρεί ένα υψηλό επίπεδο εξειδικευμένης εργασίας θα πρέπει να διαθέτει και τις κατάλληλες εργασιακές και κοινωνικές δομές για την στηρίζει (βλ. post για την καινοτομία). Σε διαφορετική περίπτωση θα πρέπει να ανταγωνίζεται τις αναπτυσσόμενες χώρες σε όρους 'race to the bottom'. 




14/9/10

Η Mετανάστευση ως Nέα Aυτοεξορία



Συγκαταλέγομαι σε αυτούς οι οποίοι θεωρούν ότι η μετανάστευση αποτελεί ορθολογική επιλογή υπό τις παρούσες συνθήκες. Ομολογώ δε ότι είναι η πρώτη φορά που αισθάνομαι ότι η άποψη μου εκφράζει μια ευρύτερη πλειοψηφία χωρίς αυτό να με ενθουσιάζει καθόλου. Είναι γεγονός ότι οι συνθήκες για τη μετανάστευση δεν ήταν ποτέ ιδανικότερες καθώς απέναντι στη μαζική υστερία για εγκατάλειψη της χώρας το κράτος δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα περιορισμού της. Η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά έχει καθιερώσει την ελεύθερη μετακίνηση προσώπων και η περιοριστική δημοσιονομική πολιτική δεν μπορεί να δημιουργήσει αντικίνητρα. Από την άλλη στα γραφεία ευρέσεως εργασίας ακόμα και για τις μη ευρωπαϊκές χώρες έχουν αρχίσει να συρρέουν χιλιάδες άτομα. Εδώ διακρίνεται και το διαφοροποιητικό στοιχείο της σύγχρονης μετανάστευσης από αυτή της δεκαετίας του ’50, καθώς οι σύγχρονοι υποδοχείς μεταναστών είναι πρόθυμοι να υποδεχτούν κυρίως υψηλά καταρτισμένο εργατικό δυναμικό το οποίο βρίσκεται σε έλλειψη στο εσωτερικό. Έτσι πολλοί είναι αυτοί οι οποίοι επιστρέφουν στα σπίτια τους απογοητευμένοι αφού οι δεξιότητες του δεν συμπεριλαμβάνονται στις λεγόμενες «λίστες».

Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο ωστόσο είναι αυτό το οποίο έχει επισημανθεί κατά κόρων σε σχέση με τη μετανάστευση των σύγχρονων Ελλήνων: Ο φόβος ότι η δυσχερής οικονομική συγκυρία θα στεγνώσει την Ελλάδα από το νεότερο και το πλέον δυναμικό, καταρτισμένο και ελπιδοφόρο τμήμα του πληθυσμού της. Αυτό το τμήμα πέρα από το ότι είναι περιζήτητο στο εξωτερικό είναι και το πλέον κατάλληλα εφοδιασμένο να αφομοιωθεί ταχύτατα και να ευημερήσει καθώς αποτελεί τον κύριο αποδέκτη – αφομοιωτή του «εξευρωπαϊσμού». Σε σχέση με αυτή την παρατήρηση το εντυπωσιακό είναι ότι ενώ μέσω επισήμων ή ανεπίσημων καναλιών η κουλτούρα του ευρωπαϊσμού καλλιεργείται στην χώρα, λίγα γίνονται ώστε οι παραγωγικές δομές να προσαρμοστούν σε αυτήν. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται ένα ‘υπαρξιακό’ χάσμα το οποίο μπορεί μόνο να καλύψει η φυγή προς το εξωτερικό καθώς εκεί ο νέος εργαζόμενος μπορεί να «συγκλίνει» ταχύτερα από ότι η χώρα του σαν σύνολο. Ωστόσο οι συνθήκες που οδηγούν στην επιλογή της μετανάστευσης είναι αντικειμενικές. Κατά βάση αυτό που δίνει ώθηση στην μετανάστευση μορφωμένου και υψηλά καταρτισμένου εργατικού δυναμικού, πέρα από την δυνατότητας απασχόλησης per se, είναι δυνατότητα εργασίας και καλύτερης αμοιβής σε κλειστά ή κορεσμένα εργασιακά αντικείμενα. Επιπλέον, δίνεται διέξοδος στους πτυχιούχους των οποίων οι σπουδές δεν εκτιμώνται στην Ελλάδα καθώς εντάσσονται σε κλάδους οι οποίοι είναι υπανάπτυκτοι ή ανύπαρκτοι. Καθώς όμως τα ποσοστά αυτών οι οποίοι αποχωρούν από την χώρα και αυτών των οποίων σκοπεύουν να αποχωρήσουν αυξάνονται δραματικά ένα κρίσιμο ερώτημα αναδύεται: Ποιες είναι οι προοπτικές της χώρας αν αυτή καταλήξει μια χώρα γερόντων, αποψιλωμένη από το φυτώριο των νέων επιστημόνων, επαγγελματιών και επιχειρηματιών; Κατά συνέπεια, αν και κατά βάση η μετανάστευση αποτελεί ορθολογική επιλογή, εγείρει σημαντικά ζητήματα ηθικής φύσης καθώς αν η εργασία και η ευημερία αποτελούν σημαντικά στοιχεία διαμόρφωσης της ταυτότητας μας, αναλόγως σημαντικά στοιχεία είναι και η ελληνικότητα μας και η ευημερία της κοιτίδας μας.


Albert O. Hirschman
Η παραπάνω παρατηρήσεις μου φέρνουν στο νου το έργο του διάσημου οικονομολόγου Albert O. Hirschman Αποχώρηση, διαφωνία και αφοσίωση (Exit, voice and loyalty). Εν συντομία, ο Hirschman θεωρεί ότι το άτομο έχει δύο επιλογές όταν έρχεται αντιμέτωπο με την επιδείνωση του προϊόντος ή του συλλογικού αγαθού που παράγει μια επιχείρηση ή ένας οργανισμός. Είτε να αποχωρήσει (exit), δηλαδή να σταματήσει την κατανάλωση του συγκεκριμένου αγαθού και να επιλέξει κάποιο ανταγωνιστικό αγαθό, είτε να διαφωνήσει (voice) αντιδρώντας στην επιδείνωση έχοντας ως  απώτερο στόχο την επανάκαμψη της τιμής - ποιότητας στο αρχικό της επίπεδο. O Hirschman διαχωρίζει αυτές τις δύο δυνατότητες ως υλοποιήσεις της οικονομικής και πολιτικής σκέψης αντίστοιχα. Αυτός ο διαχωρισμός διακρίνεται ξεκάθαρα αν αναλογιστούμε τον τρόπο λειτουργίας των απολύτως ανταγωνιστικών αγορών της οικονομίας σε αντιδιαστολή με τον σχετικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό των πολιτικών συστημάτων. Για έναν πολιτικό επιστήμονα ο οποίος μελετά έναν πολιτικό θεσμό, η πλέον αναμενόμενη συμπεριφορά για ένα διαφωνών μέλος αυτού είναι να εκφράσει τη διαφωνία του , τουλάχιστον αρχικά, παρά να αποχωρήσει ακαριαία από αυτόν. Είναι λογικό ωστόσο μια μη επιτυχής διαφωνία να καταλήγει στην αποχώρηση και ως εκ τούτου η δύο καταστάσεις να εμφανίζονται ως συμπληρωτικές τουλάχιστον στο πλαίσιο πολιτικών και άλλων κοινωνικών οργανώσεων. Αυτό το στοιχείο της συμπληρωματικότητας διαφωνίας και αποχώρησης προσδίδει σταθερότητα στα πολιτικά – κοινωνικά συστήματα και δεν τα οδηγεί στη διάλυση με την πρώτη δυσκολία. Και στο επίπεδο της οικονομίας ωστόσο,  ο Hirschman εγείρει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το ρόλο της αποχώρησης και της διαφωνίας στη λειτουργία των πλήρως ανταγωνιστικών αλλά και των μονοπωλιακών – ολιγοπωλιακών αγορών καταλήγοντας  στο συμπέρασμα ότι η δυνατότητα της άμεσης αποχώρησης περιορίζει τη δυνατότητα επανάκαμψης των επιχειρήσεων και της διατήρησης ενός υψηλού επιπέδου ποιότητας ενώ στη δεύτερη περίπτωση δημιουργούνται κίνητρα για την εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης ή την ανάδυση εναρμονισμένων πρακτικών για την επίτευξη μιας κερδοφόρας αδράνειας. Το συμπέρασμα είναι ότι η διαφωνία είναι κάτι το απολύτως χρήσιμο για την επιτυχή και σταθερή λειτουργία των θεσμών και πρέπει να δίνεται η δυνατότητα σε αυτή να εκφράζεται τόσο πολιτικό όσο και στο οικονομικό πεδίο. Το ερώτημα ωστόσο είναι πως ο καταναλωτής – πολίτης επιλέγει ανάμεσα σε αυτές τις δύο δυνατότητες.


Η θεωρία του Hirschman εμμέσως μας παρέχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ερμηνεία της επιλογής της μετανάστευσης. Η καταφυγή στη διαφωνία αντί  της αποχώρησης (μετανάστευσης) είναι δυνατή όταν υφίστανται οι εξής δύο συνθήκες: α) οι πολίτες είναι διατεθειμένοι να ανταλλάξουν τη βεβαιότητα της αποχώρησης έναντι της αβεβαιότητας μιας βελτίωσης στο επιδεινούμενο προϊόν και β) η εκτίμηση που έχουν οι πολίτες ως προς την ικανότητα τους να επηρεάσουν την οργάνωση είναι υψηλή. Είναι σαφές ότι οι Έλληνες πολίτες πλέον δεν διαθέτουν παρά ελάχιστη εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα και οι θεσμοθετημένες δυνατότητες τους για διαφωνία είναι περιορισμένες και αναποτελεσματικές (βλ. αντιπολίτευση και εξωκοινοβουλευτικά κόμματα, συνδικάτα κ.ο.κ.). Επιπλέον, εξηγείται και η τάση για άμεση αποχώρηση του «ενεργητικότερου» και πολλά υποσχόμενου τμήματος του πληθυσμού καθώς αυτό είναι το πλέον ευαίσθητο στην επιδείνωση της ποιότητας του παρεχόμενου αγαθού, ενώ διαθέτει το ανάλογο «πλεόνασμα καταναλωτή» για να αναζητήσει εναλλακτικές που ενέχουν υψηλότερο κόστος (κόστος μετακίνησης και αναζήτησης εργασίας στο εξωτερικό, μετακίνηση ολόκληρης της οικογένειας,  αφομοίωση στο νέο περιβάλλον, εκμάθηση μιας νέας γλώσσας κ.ο.κ).  Επιπλέον όπως αναφέρεται “Μόνον καθώς αρχίζουν να μοιάζουν (η μια χώρα στην άλλη) λόγω της προόδου στις επικοινωνίες και στο συνολικό εκσυγχρονισμό, θα προκύψει ο κίνδυνος πρώιμων και υπερβολικών αποχωρήσεων, των οποίων τρέχων παράδειγμα αποτελεί η αφαίμαξη εγκεφάλων (brain drain)".         Κατά συνέπεια το μόνο στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να ανακόψει αυτήν την κατρακύλα είναι η ύπαρξη αφοσίωσης. Η αφοσίωση αυξάνει το κόστος της αποχώρησης, βοηθάει στην «ανάκτηση της ισορροπίας» και οδηγεί τους ανθρώπους σε άλλους τρόπους δράσης. Η μη ύπαρξη όμως των κατάλληλων διεξόδων για την άσκηση της διαφωνίας όπως αναφέρθηκε παραπάνω στραγγαλίζει και αυτήν ακόμα την αφοσίωση που τρέφει ο Έλληνας προς την χώρα του.


Σύμφωνα με τα παραπάνω η ροπή προς την αποχώρηση - μετανάστευση είναι βραχύ-μεσοπρόθεσμα αναπόδραστη. Αν ισχύει κάτι τέτοιο οι προσπάθειες της πολιτείας θα πρέπει να επικεντρωθούν στον επαναπροσεταιρισμό των αποχωρούντων σε βάθος χρόνου. Σε μια τέτοια προοπτική κύριο ρόλο θα διαδραματίσει το κατά πόσο οι  Έλληνες θα συνεχίζουν να ενδιαφέρονται για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα ακόμα και μετά την αποχώρηση τους. Θεωρώ ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί ούτε πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Για αυτό το λόγο θα πρέπει να καθιερωθεί ως πολιτική βαρύνουσας σημασίας η διαμόρφωση κατάλληλων θεσμών ώστε ο αποχωρών να μπορεί να εκδηλώνει το ενδιαφέρον και να επηρεάζει τα τεκταινόμενα στη χώρα. Το θετικό στοιχείο είναι ότι το ενδιαφέρον του μετανάστη για τη χώρα του δε μπορεί να εξαντληθεί εν μία νυκτί, καθώς αναπόφευκτα θα συνεχίσει να διατηρεί δεσμούς με αυτήν (συγγενικά δίκτυα, δεσμοί εντοπιότητας, πατριωτικό ενδιαφέρον κ.τ.λ.). Πρέπει κατά συνέπεια να διατηρηθούν τα ψήγματα της αφοσίωσης, όπως αυτά υπήρχαν στους μετανάστες, τους εξόριστους ή τους αυτοεξόριστους άλλων εποχών, ώστε η φυγή να μην είναι τελείως αρνητική αλλά να μπορεί να έχει κάποιον θετικό αντίκτυπο στις εξελίξεις στο εσωτερικό. Πρέπει εν ολίγοις να δημιουργηθούν συνθήκες για την επιρροή και τη «διαφωνία από έξω», αν θα θέλαμε να το θέσουμε με όρους Hirschman . Μέσω της δημιουργίας δομών για τη διατήρηση της αφοσίωσης η άποψη και η εμπειρία που αποκομίζει ο μετανάστης από την δραστηριοποίηση σε ένα πιο εξελιγμένο πολιτικό και οικονομικό σύστημα θα επηρεάσει αναμφισβήτητα τη διαδικασία της μεταρρύθμισης στο εσωτερικό. Επιπλέον αυτός είναι και ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλιστεί ότι θα διαμορφωθούν συνθήκες για σχετικά σύντομο επαναπατρισμό.

Αναγνωρίζω ότι η κύρια πρωτοβουλία για συλλογική δράση στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να ανήκει στο κράτος. Είναι θετικό ωστόσο το ότι οι περισσότεροι μετανάστες  διατηρούν σχετικό ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα τους αν και οι σύγχρονες συνθήκες παρουσιάζουν το κίνδυνο η μετανάστευση να διαρρήξει  τον εθνικό δεσμό. Για αυτό τον λόγο απέναντι στις αφομοιωτικές επιδράσεις της ευημερίας, ο Έλληνας θα πρέπει να είναι αφοσιωμένος στην «ελληνικότητα» αλλά όχι μέσω μιας αναπόλησης της τρυφηλότητας του ελληνικού τρόπου ζωής προ της κρίσεως αλλά ούτε και μέσω ενός μηδενιστικού κριτικισμού. Ας έχουμε υπόψιν τα λόγια του Νίκου Καζαντζάκη προς τη σύντροφο του Γαλάτεια κάθε φορά που επιδιδόμαστε σε μεγαλόστομους αφορισμούς για τη χώρα μας: “… να δημιουργήσουμε από την λάσπη τούτη την ελληνική, το πρόπλασμα της θεότητας. Από την ευτυχία, από τη δόξα και την καλοπέραση ποτέ δεν πλάθεται ο θεός. Μόνο από τη ντροπή την ατιμία και τα δάκρυα. Μια cause perdue είναι η Ελλάδα. Ας την αναλάβουμε. Μόνον οι αριβίστες και οι έμποροι αγαπούν τις σίγουρες υποθέσεις”.        




1/9/10

Καινοτομία για τη διασφάλιση των ... «βασικών»



Αν επισκεφτείτε το δικτυακό τόπο του Οργανισμού για την οικονομική συνεργασία και την ανάπτυξη (ΟΟΣΑ) θα διαπιστώσετε τα εξής ενδιαφέροντα στοιχεία για τη χώρα μας: Η Ελλάδα βρίσκεται στην πεντηκοστή θέση από τις συνολικά 51 χώρες του οργανισμού του δείκτη ανταγωνιστικότητας ενώ κατέχει χαμηλότατες θέσεις σε άλλους σημαντικούς για την ανάπτυξη δείκτες όπως η επένδυση στην έρευνα και στην ανάπτυξη τεχνολογίας, τις ξένες άμεσες επενδύσεις και τη δημιουργία venture capital funds. Οι συνθήκες στην αγορά εργασίας παραμένουν αρνητικές καθώς συνεχίζουν να υφίστανται ακαμψίες.  Η ανεργία παραμένει σε υψηλά επίπεδα, ενώ το εργασιακό περιβάλλον δεν παρέχει κίνητρα για παραγωγικότερη εργασία λόγω συχνών φαινομένων ελλιπούς εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας και των χαμηλών αποδοχών. Ως εκ τούτου το ελληνικό οικονομικό περιβάλλον παραμένει εξαιρετικά αρνητικό για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας.

Υπό τις παρούσες δυσχερείς οικονομικές συνθήκες που βιώνουν οι Έλληνες πολίτες μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο, το ενδιαφέρον των όσο των ειδικών όσο και των πολιτικών στρέφεται για άλλη μια φορά στην τεχνολογία. Η τεχνολογική ανάπτυξη έχει αποδειχτεί ιστορικά ως ο καθοριστικός μοχλός για την αντιμετώπιση της υπανάπτυξης και της στασιμότητας Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μεταπολεμική ανάπτυξη που γνώρισαν οι οικονομίες της Ευρώπης. Η τριακονταετία που έμεινε γνωστή ως ‘golden age’ ή ‘trente glorieuses’ του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην κάλυψη της τεχνολογικής υστέρησης της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ. Είναι αρκετοί οι οικονομολόγοι οι οποίοι θεωρούν ότι η ραγδαία ανάπτυξη των μεταπολεμικών χρόνων ήταν το αποτέλεσμα ενός τεχνολογικού ‘catching up’ των ευρωπαϊκών οικονομιών οι οποίες λόγω των οικονομικών και πολιτικών συνθηκών του μεσοπολέμου (περιορισμός του διεθνούς εμπορίου και επιβράδυνση της εκβιομηχάνισης) διέθεταν ένα συγκριτικά μεγάλο ποσοστό συντελεστών δεσμευμένων στην αγροτική παραγωγή.


Είναι λογικό επομένως εν μέσω κρίσεως η συζήτηση γύρω από τις αναπτυξιακές αρετές της τεχνολογικής ανάπτυξης να αποτελεί την αιχμή του δόρατος της ανάπτυξης. Ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα για την οποία η υπέρβαση  της τεχνολογικής της υστέρησης αποτελεί και την πλέον αισιόδοξη προοπτική για το οικονομικό της ξεβάλτωμα. Σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο στο γνωστό αγγλικό περιοδικό The Economist, οι κυβερνήσεις των αναπτυγμένων χωρών έχουν αποδεχτεί το γεγονός ότι η επένδυση στην καινοτομία και την επιχειρηματικότητα είναι η μόνη λύση στο πρόβλημα της επίτευξης μακροχρόνιας ανάπτυξης και στην καταπολέμηση της ανεργίας. Υπολογίζεται ότι η ίδρυση νέων επιχειρήσεων οι οποίες εισάγουν καινοτομίες είναι οι κύριες πηγές για την καθαρή δημιουργία θέσεων εργασίας (net job creation) κατά τα τελευταία 20 χρόνια. Στις αναπτυσσόμενες χώρες η καινοτομία παίζει έναν εξίσου σημαντικό ρόλο στην επίτευξη των σημαντικών ρυθμών ανάπτυξης που παρουσιάζουν Στην Ινδία για παράδειγμα  σύμφωνα με την Παγκόσμια τράπεζα κάθε επιπλέον κινητό ανά 100 κατοίκους αυξάνει το ΑΕΠ κατά 0.8% με το να δημιουργεί νέες ευκαιρίες για μικρότερους επαγγελματίες (positive externalities).

Το ερώτημα ωστόσο είναι πως μπορεί να επιτύχει ένα κράτος συνθήκες ευνοϊκές για την επένδυση στην καινοτομία και την ανταγωνιστική παραγωγή της; Στο επίπεδο καθημερινής συζήτησης στα ΜΜΕ το πρόβλημα εντοπίζεται στην έλλειψη δαπανών στην έρευνα και την ανάπτυξη, τις χαμηλές επενδύσεις και στα στραβά και τα ανάποδα της ελληνικής φυλής τα οποία δεν της επιτρέπουν να ξεφύγει από την αντίληψη του μικροεπιχειρηματία που αποβλέπει στο άμεσο κέρδος και του εργαζόμενου ο οποίος λαχαταρά τη νωθρή ευδαιμονία μιας μη παραγωγικής (ή ακόμα και αντιπαραγωγικής!) θέσης στο δημόσιο. Δε νομίζω ότι υπάρχει διαφωνία γύρω από την ύπαρξη αυτών των προβλημάτων. Θεωρώ ωστόσο ότι αποτελούν εξαρτημένες παρά ανεξάρτητες μεταβλητές του προβλήματος. Η έλλειψη επενδύσεων στην καινοτομία και η ανυπαρξία αντίστοιχης επιχειρηματικής – εργασιακής κουλτούρας αποτελούν παράγωγα της ανυπαρξίας άλλων αντικειμενικών συνθηκών παρά γενεσιουργές αιτίες της χαμηλής ανταγωνιστικότητας αυτές καθ’ αυτές. Για να προσελκυστούν - αξιοποιηθούν οι επενδύσεις και να καθιερωθούν κατάλληλες κουλτούρες πρέπει να προϋπάρχουν οι κατάλληλοι θεσμοί οι οποίοι θα λάβουν εισροές και θα τις μετατρέψουν σε ανταγωνιστική παραγωγή. 


Γενικά θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις στο ερώτημα γιατί κάποιες χώρες παρουσιάζουν μεγαλύτερη επιτυχία στην παραγωγή τεχνολογιών αιχμής από άλλες. Το επιχείρημα των νεοκλασικών οικονομικών είναι ότι η παραγωγή τεχνολογιών αιχμής ενέχει σημαντικό βαθμό ρίσκου και ως εκ τούτου το κατάλληλο περιβάλλον για να ευδοκιμήσει είναι αυτό που συναντάται στις οικονομίες αγγλοσαξωνικού τύπου όπως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς, η Αυστραλία κ.ο.κ., δηλαδη όπου υφίστανται όσο το δυνατό πιο απορρυθμισμένες αγορές (deregulation).  Η δεύτερη προσέγγιση εντοπίζει το ενδιαφέρον της στους θεσμούς που σχετίζονται με την έρευνα και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, όπως τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά ινστιτούτα και με αυτόν τον τρόπο υπογραμμίζει τη σημασία των δημόσιων πολιτικών χρηματοδότησης – στήριξης στην παραγωγή καινοτομίας.


Η τρίτη προσέγγιση είναι αυτή της συγκριτικής πολιτικής οικονομίας και ιδιαίτερα της προσέγγισης ‘Varieties of Capitalism’ (VoC). Η συγκεκριμένη προσέγγιση καταλήγει στις τρεις ακόλουθες βασικές θέσεις: 
α) Υφίστανται δύο γενικοί τύποι παραγωγής καινοτομίας, αυτός της  καινοτομίας αιχμής (radical innovation) και  της «σταδιακής» καινοτομίας (incremental innovation). Η παραγωγή καινοτομίας αιχμής βασίζεται στην επιθυμία – θέληση των εμπλεκόμενων δρώντων να αναλάβουν υψηλό ρίσκο. Παραδείγματα τέτοιων κλάδων αποτελούν η βιοτεχνολογία, η φαρμακοβιομηχανία, οι τηλεπικοινωνίες, η ανάπτυξη λογισμικού και οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χώρο του internet. Από την άλλη η παραγωγή «σταδιακής» τεχνολογίας βασίζεται στην μακρoπρόθεσμη δέσμευση των εμπλεκόμενων στην παραγωγή σε συγκεκριμένες αρμοδιότητες – δικαιοδοσίες. Τυπικά παραδείγματα αποτελούν οι καθιερωμένες -  «ώριμες» βιομηχανίες στον τομέα την μηχανικής, της χημείας, κ.ο.κ. Δηλαδή βιομηχανίες τις οποίες συναντάμε κυρίως σε χώρες όπως η Γερμανία και οι Σκανδιναβικές χώρες (Coordinated Market Economies κατά VoC). 
β)Σύμφωνα με τον παραπάνω διαχωρισμό συγκεκριμένα θεσμικά πλαίσια ορισμένων οικονομιών είναι κατάλληλα για τη παραγωγή συγκεκριμένων μορφών καινοτομίας. Οι τρεις παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν τη δομή των θεσμών και την ανάδυση των σχετικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων στην παραγωγή είναι η χρηματοδότηση (financing), η  επιχειρησιακή διακυβέρνηση (corporate governance) και η οργάνωση (organization). Έτσι σε χώρες οι οποίες εξειδικεύονται στην παραγωγή τεχνολογιών αιχμής όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο (Liberal Market Economies (LMEs) κατά VoC ή της συμμετοχής των venture capitalists. Η επιχειρησιακή διακυβέρνηση ως εκ τούτου βρίσκεται στα χέρια των χρηματοδοτών οι οποίοι έχουν τον πρώτο λόγο στην διοίκηση της επιχείρησης ενώ δημιουργούν δομές υψηλών κινήτρων για να ενεργοποιήσουν τους εργαζόμενους. Επιπλέον οι αγορές εργασίας είναι πολύ ελαστικότερες ώστε να αντιμετωπιστεί το υψηλό ρίσκο της αποτυχίας. Το αποτέλεσμα είναι η πλήρωση των οργανωσιακών δομών σε ανθρώπινο δυναμικό να επαφίεται στην ύπαρξη μιας αγοράς εργασίας ‘γενικών προσόντων’ καθώς οι επιχειρήσεις δεν διαθέτουν κίνητρα για να επενδύσουν στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων των εργαζομένων ενώ οι ίδιοι οι εργαζόμενοι δεν διαθέτουν την εργασιακή ασφάλεια για να επενδύσουν οι ίδιοι στην εξειδίκευση τους.Το μοντέλο καινοτομίας που συναντούμε σε χώρες όπως η Γερμανία από την άλλη βασίζεται στην συγκεντρωμένη ιδιοκτησία και τη στενή διασύνδεση με τον τραπεζικό τομέα (stakeholding). Η συγκεντρωμένη ιδιοκτησία αποβλέπει στον μακροχρόνιο στρατηγικό σχεδιασμό και ως εκ τούτου υπάρχουν διευρυμένες δομές συναπόφασης και συμμετοχής των εργαζομένων. Οι επιχειρήσεις από την άλλη έχουν κίνητρα να επενδύσουν συλλογικά στην εκπαίδευση των εργαζομένων προκειμένου να εξασφαλίσουν την υψηλή τους εξειδίκευση ενώ η αυξημένη εργασιακή ασφάλεια και οι συμμετοχικές δομές δημιουργούν κίνητρα στους εργαζόμενους να επενδύσουν χρόνο και χρήμα στην εξειδίκευση.
γ) Η τρίτη θέση της VoC έρχεται ως λογικό αποτέλεσμα. Κάθε χώρα αποκτά πλεονέκτημα στην παραγωγή καινοτομιών στην οποία διαθέτει θεσμικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Ωστόσο, μια σημαντική παρατήρηση της προσέγγισης αποτελεί το γεγονός ότι εφόσον οι τεχνολογίες αιχμής ωριμάσουν και καθιερωθούν στην αγορά μπορούν να παραχθούν και από CMEs αρκεί να έχουν φτάσει σε επίπεδο τυποποιημένης διαδικασίας εμπορευματοποίησης της καινοτομίας.

Εδώ είναι σκόπιμο να γίνει μια παρατήρηση και μια κριτική στο βασικό ερώτημα που θέτει η συγκριτική πολιτική οικονομία: Η παγκοσμιοποίηση οδηγεί τελικά προς την ομογενοποίηση των οικονομικών συστημάτων με βάση το πρότυπο των LMEs;  Η VoC σπεύδει να απαντήσει ότι παρά τις πιέσεις που ασκούνται στις CMEs αυτές διατηρούν τα βασικά θεσμικά τους χαρακτηριστικά καθώς αυτά στηρίζουν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα στην παραγωγή. Ωστόσο είναι πολύ νωρίς για να μπορεί κάποιος να απαντήσει με βεβαιότητα σε αυτό το ερώτημα. Πάντως, ο προσανατολισμός προς την παραγωγή υπηρεσιών και τεχνολογιών αιχμής είναι πλέον μια πραγματικότητα για τις προηγμένες καπιταλιστικές οικονομίες και τα πολιτικοοικονομικά συστήματα τους έχουν αρχίσει να προσαρμόζονται προς αυτή την κατεύθυνση.

Ίσως τον προσανατολισμό της πολιτικής οικονομίας θα πρέπει να διαμορφώνει η λογική της ανοικοδόμησης όπως και κατά την περίοδο των μεταπολεμικών χρόνων. Τα αποτελέσματα τριών δεκαετιών νεοφιλελευθερισμού και οι ειδικές συνθήκες του σήμερα επιβάλλουν τη λογική της ανοικοδόμησης: Αντιμετώπιση της διευρυνόμενης ανισότητας ως αποτέλεσμα της εντεινόμενης παγκοσμιοποίησης και των απαρχών της περιβαλλοντικής κατάρρευσης από την αλόγιστη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Ως εκ’ τούτου, θεωρούμε ότι το θετικό αντικείμενο της  πολιτικής οικονομίας  θα πρέπει να διαμορφωθεί ως αναζήτηση για την κατάλληλη οικονομική και κοινωνική οργάνωση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του «μεταμοντέρνου» κόσμου μας. Ένας τέτοιος προσανατολισμός στην χώρα μπορεί να αποτελέσει το πλέον δυναμικό στοιχείο στην μεταρρυθμιστική της πορεία.

Απαντώντας στην ερώτηση πως η Ελλάδα μπορεί να γίνει μια χώρα παραγωγής καινοτομίας, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τις παραπάνω περιπτώσεις προκειμένου να φτάσουμε σε κάποιο συμπέρασμα σχετικά με τις απαιτούμενες θεσμικές μεταρρυθμίσεις Αρχικά θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η Ελλάδα πολύ δύσκολα θα μπορέσει να αποκτήσει τις θεσμικές δομές οι οποίες υποστηρίζουν την παραγωγή καινοτομιών οι οποίες συναντώνται στην Γερμανία ή στις Σκανδιναβικές χώρες. Όταν τίθεται το θέμα κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να ακολουθήσει τα θεσμικά - παραγωγικά πρότυπα που συναντώνται στις ‘CMEs’ ο σκεπτικισμός είναι διάχυτος και φυσικά δικαιολογημένος.  Η λειτουργικότητα των θεσμών είναι αποτέλεσμα κοινωνικών ζυμώσεων οι οποίες διήρκεσαν δεκαετίες και των οποίων η αποδοτική λειτουργία δημιούργησε ‘path dependencies’ πάνω στις οποίες βασίζεται η λειτουργία τους ακόμα και σήμερα παρά τις έντονες πιέσεις για μεταρρυθμίσεις από τον διεθνή ανταγωνισμό. Επιπλέον υπάρχει και η άποψη ότι η Ελλάδα αν μη τι άλλο δεν έχει το χρόνο να γίνει μια «Δανία του νότου» καθώς κάτι τέτοιο θα σήμαινε την προηγούμενη συνολική μεταμόρφωση του πολιτικού συστήματος της χώρας. Έτσι φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι δυστυχώς από την Ελλάδα λείπει η «πρώτη ύλη» για την οργάνωση ενός κοινωνικά δικαιότερου συστήματος το οποίο ταυτοχρόνως να διασφαλίζει υψηλές οικονομικές επιδόσεις. Φαινομενικά η μοναδική επιλογή φαίνεται να είναι η υιοθέτηση του μοντέλου ανάπτυξης ραγδαίας καινοτομίας το οποίο συναντάται στις φιλελεύθερες οικονομίες της αγοράς (LMEs). Αυτή ωστόσο δεν είναι μια καθόλου εύκολη επιλογή διότι γνωρίζουμε ότι χώρες με παρόμοια συστήματα παρουσιάζουν σχετικά ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης αλλά ταυτοχρόνως παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά ανεργίας, τεράστιες οικονομικές ανισότητες, εργασιακή ανασφάλεια και ελλιπή κοινωνικά συστήματα προστασίας, περιορισμένη συλλογική οργάνωση στο χώρο εργασίας αλλά και μεγαλύτερο βαθμό άλλων νοσηρών κοινωνικών φαινομένων των οποίων οι αιτίες μπορούν να συνδεθούν με την ύπαρξη διευρυμένων οικονομικών ανισοτήτων. Πρέπει επιπλέον να έχουμε υπόψιν ότι κατά την δεκαετία του ’90 είχαμε μια τεχνολογική φούσκα ολκής της οποίας οι συνέπειες γίνονται αισθητές ακόμα και σήμερα. Ως εκ’ τούτου οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί όταν υποστηρίζουμε τόσο απροκάλυπτα την υιοθέτηση ενός τέτοιου μοντέλου από την Ελλάδα. Με λίγα λόγια μια τέτοια επιλογή κατεύθυνσης δεν αποτελεί πανάκεια και αρκεί κάποιος να εξετάσει τη σημερινή κατάσταση της Ιρλανδίας σαν μια χώρα που παρουσιάζεται ως πρότυπο για την Ελλάδα όπως και της Αμερικής αλλά και του Ηνωμένου βασιλείου.

Αντίθετα, το υπόδειγμα μιας προσανατολισμένης στις εξαγωγές CME όπως η Γερμανία, μοιάζει να τα πηγαίνει πολύ καλύτερα. ‘Ήδη σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα των Financial Times η Γερμανία ανακάμπτει δυναμικά από την κρίση καθώς τα επίπεδα παραγωγής, οι εξαγωγές και οι κερδοφορία ενισχύονται ταχύτατα ενώ η ανεργία βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο αρκετών ετών. Η Γερμανία ευνοείται από την παραδοσιακή βιομηχανική της ισχύ και τον εξαγωγικό της προσανατολισμό αλλά είναι εξίσου σημαντικό στοιχείο ότι διαθέτει τεχνολογική υπεροχή σε κλάδους στους οποίους υφίστανται μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης όπως περιβαλλοντική τεχνολογία και  τα οικολογικά είδη.

Ως εκ τούτου θεωρούμε ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να εγκαταλείψει την προσπάθεια να διαμορφώσει θεσμικά στοιχεία τα οποία θα αποτελέσουν τις υποδομή για μια πιο ανταγωνιστική οικονομία τα οφέλη της οποίας θα καρπώνεται το σύνολο των πολιτών. Όσο ελκυστική και αν είναι η επιλογή για φιλελευθεροποίηση πρέπει να αντισταθούμε στις σειρήνες και να επιλέξουμε το δύσκολο δρόμο. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν ρομαντική προσκόλληση στα «σοσιαλδημοκρατικά» προτάγματα. Θα ήταν μια ορθολογική επιλογή ιδιαίτερα κάτω από τις σημερινές συνθήκες όπου διανύουμε μια οικονομική κρίση, μια περιβαλλοντική κρίση και μια πολυδιάστατα κοινωνική η οποία έρχεται ως απόρροια αυτών των δύο.

Η Ελλάδα πρέπει να οικοδομήσει τα «θεσμικά» συγκριτικά της πλεονεκτήματα πάνω στα αντικειμενικά συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Η Ελλάδα είναι μια όμορφη χώρα με υψηλή ηλιοφάνεια, μεγάλη ακτογραμμή ενώ διαθέτει πολλές περιοχές με έντονους ανέμους. Επιπλέον, η Ελλάδα λόγω φυσικής ομορφιάς, αλλά και της ιστορίας και του πολιτισμού της ελκύει το ενδιαφέρον των ξένων λαών και παραμένει μια χώρα με υψηλή επισκεψιμότητα παρά την ύπαρξη άλλων οικονομικότερων και εξίσου όμορφων χωρών. Τρίτον η Ελλάδα διαθέτει το κλίμα και την παράδοση για την παραγωγή υψηλής ποιότητας τροφίμων ευρείας κατανάλωσης σε μια περίοδο όπου αρχίσουν να εμφανίζονται και τα πρώτα σημάδια διακινδύνευσης της παγκόσμιας διατροφικής ασφάλειας. Τέταρτον, παρά τη σημερινή δεινή οικονομική της κατάσταση η Ελλάδα αποτελεί την πιο αναπτυγμένη και οικονομικά και κοινωνικά προηγμένη χώρα από το σύνολο των γειτόνων της και θα μπορούσε να αποτελέσει έναν πρότυπο θύλακα παροχής εκπαίδευσης και τεχνογνωσίας στους γειτονικούς λαούς.  

Κατά συνέπεια η δομή των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας μας αρθρώνεται γύρω από το τρίπτυχο: Φυσικό περιβάλλον, Πολιτισμός, Εκπαίδευση. Η διασύνδεση ανάμεσα σε αυτά τα τρία στοιχεία είναι έκδηλη. Η Ελλάδα μπορεί να είναι μια χώρα η οποία είναι εξειδικευμένη στην προηγμένη περιβαλλοντική τεχνολογία, να χρησιμοποιεί αυτήν την τεχνολογία για την αποτελεσματική διαχείριση του περιβάλλοντος της καθώς επίσης και εξάγει αυτήν την τεχνολογία - τεχνογνωσία και στο εξωτερικό. Επενδύοντας στο περιβάλλον η Ελλάδα θα εκτεθεί σε σημαντικό ρίσκο αλλά δύναται να κερδίσει πολλά. Θα μπορούσε κάποιος ωστόσο να υποστηρίξει ότι η δομή των ευκαιριών είναι ιδανική παρά την υπαναχώρηση που παρουσιάζουν οι περιβαλλοντικές πολιτικές διεθνώς λόγω της κρίσης. Οι λόγοι είναι οι εξής: Το πρόβλημα με τις ΑΠΕ αποτελεί ταυτοχρόνως και μια χρυσή ευκαιρία καθώς οι λόγοι για τους οποίους οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν χρησιμοποιούνται ευρέως μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω της έρευνας και της ανάπτυξης. Η μη ύπαρξη συνεχούς ροής ώστε να καλύπτεται η ζήτηση, το υψηλό κόστος αποθήκευσης, καθώς το επίπεδο της τεχνολογίας δεν επιτρέπουν τη παροχή ΑΠΕ σε χαμηλό κόστος. αλλά ταυτοχρόνως παρέχουν χρυσές ευκαιρίες για ανάπτυξη του κλάδου τα επόμενα χρόνια.

Η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν έχει μία αποκλειστικά οικονομική διάσταση για την χώρα. Συνδέεται και με άλλα προβλήματα τα οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει η ανθρωπότητα τα επόμενα χρόνια. Το πρόβληματα της ενεργειακής επάρκειας και της ενεργειακής εξάρτησης θα αναδύονται όλο και περισσότερο ως κρισιμότατα στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής. Δεν πρέπει να είναι τυχαίο ότι πολύ πρόσφατα η καγκελάριος της Γερμανίας επισκεπτόμενη το αιολικό πάρκο Ράβενσμπουργκ διεμήνυσε ότι στόχος της Γερμανίας είναι η 100% κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της Γερμανίας από τις ΑΠΕ μέχρι το 2050. Επιπλέον, μια σημαντική διάσταση των ΑΠΕ είναι ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή νερού κάνοντας τις διαδικασίες παραγωγής τους λιγότερο ενεργοβόρες Άρα η ανάπτυξη των ΑΠΕ θα μπορούσε να αποτελέσει λύση στα προβλήματα που θα ανακύψουν σε σχέση με την παραγωγή και την κατανάλωση του νερού των οποίων σημασία φαίνεται να μην γίνεται ακόμα κατανοητή από την ελληνική κυβέρνηση. Πρέπει να σημειωθεί ωστόσο ότι το θέμα του νερού είναι ένα κατ’ εξοχήν διεθνές θέμα και ως εκ τούτου παρουσιάζει εξαιρετικές ευκαιρίες για αυτόν που θα αναλάβει το ρίσκο να καταπιαστεί με αυτό.

Το εύλογο ερώτημα είναι πως συνδέονται όλα αυτά με την προβληματική της συγκριτικής πολιτικής οικονομίας όπως παρουσιάστηκε παραπάνω και την επιλογή ανάμεσα σε τεχνολογία αιχμής και σταδιακή τεχνολογία ή την επιλογή ανάμεσα σε αντιτιθέμενα πρότυπα παραγωγής καινοτομίας; Το γεγονός ότι οι πρώτες χώρες στην ανάπτυξη καινοτομιών ΑΠΕ είναι η Δανία και η Γερμανία σημαίνει ότι η ανάπτυξη τέτοιων καινοτομιών βρίσκει πρόσφορο κλίμα ανάπτυξης στις CMEs και άμα την καθιέρωση τους αποτελούν τομείς σταδιακής καινοτομίας παρά καινοτομίας αιχμής. Κατά συνέπεια απαιτούν το σχεδιασμό μιας αρκετά σύνθετης θεσμικής δομής η οποία θα επιτρέψει την ανταγωνιστική παραγωγή τους και ή οποία θα  διαφοροποιείται δραστικά από την προσέγγιση που θέτει το βάρος στην απορρύθμιση των αγορών και στην καθιέρωση της αγγλοσαξονικής επιχειρηματικής και εργασιακής κουλτούρας. Η παραγωγή των ΑΠΕ εφόσον καθιερωθεί θα είναι incremental innovation και κατά συνέπεια η θεσμική δομή θα πρέπει να οργανωθεί με βάση το πρότυπο των CMEs. Δημιουργώντας μακροχρόνιες σχέσεις και στρατηγικές, αποτελεσματικές και εξσυγχρονιζόμενες δομές εκπαίδευσης, συμμετοχικές διαδικασίες στην παραγωγή, το σημαντικό ρόλο του κράτους, των πανεπιστημίων κ.ο.κ. Σύμφωνα με τα παραπάνω ο προσανατολισμός της χώρας μπορεί να είναι ο εξής: Η Ελλάδα ξεκινά ως χώρα παραγωγής καινοτομίας αιχμής στον τομέα της οικολογίας και να στοχεύει στην ωρίμανση και την καθιέρωση αυτών των τεχνολογιών. Φαίνεται ότι οι εναλλακτικές μορφές ενέργειας μπορούν να δημιουργήσουν μια τέτοια προοπτική.

Τελικώς η Ελλάδα πρέπει να στραφεί στην παραγωγή καινοτομίας για τη διασφάλιση των «βασικών». Καθώς η διασφάλιση των βασικών υλικών όρων  της ζωής μας (βιώσιμο περιβάλλον, αρκετή και καλής ποιότητας τροφή) αποτελεί την προϋπόθεση για τη διασφάλιση των βασικών κοινωνικών όρων της ζωής μας (οικονομική και κοινωνική ευημερία). Η παραπάνω ίσως να μην αποτελεί και μια τόσο αυτονόητη διαπίστωση καθώς οι κυβερνήσεις δείχνουν να μην κατανοούν πλήρως τις συνέπειες της αλόγιστης σπατάλης των περιβαλλοντικών πόρων και της αποσάθρωσης του οικονομικού ιστού των κοινωνιών για χάρη των ελεύθερων αγορών και της ανταγωνιστικότητας.

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget