1/9/10

Καινοτομία για τη διασφάλιση των ... «βασικών»



Αν επισκεφτείτε το δικτυακό τόπο του Οργανισμού για την οικονομική συνεργασία και την ανάπτυξη (ΟΟΣΑ) θα διαπιστώσετε τα εξής ενδιαφέροντα στοιχεία για τη χώρα μας: Η Ελλάδα βρίσκεται στην πεντηκοστή θέση από τις συνολικά 51 χώρες του οργανισμού του δείκτη ανταγωνιστικότητας ενώ κατέχει χαμηλότατες θέσεις σε άλλους σημαντικούς για την ανάπτυξη δείκτες όπως η επένδυση στην έρευνα και στην ανάπτυξη τεχνολογίας, τις ξένες άμεσες επενδύσεις και τη δημιουργία venture capital funds. Οι συνθήκες στην αγορά εργασίας παραμένουν αρνητικές καθώς συνεχίζουν να υφίστανται ακαμψίες.  Η ανεργία παραμένει σε υψηλά επίπεδα, ενώ το εργασιακό περιβάλλον δεν παρέχει κίνητρα για παραγωγικότερη εργασία λόγω συχνών φαινομένων ελλιπούς εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας και των χαμηλών αποδοχών. Ως εκ τούτου το ελληνικό οικονομικό περιβάλλον παραμένει εξαιρετικά αρνητικό για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας.

Υπό τις παρούσες δυσχερείς οικονομικές συνθήκες που βιώνουν οι Έλληνες πολίτες μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο, το ενδιαφέρον των όσο των ειδικών όσο και των πολιτικών στρέφεται για άλλη μια φορά στην τεχνολογία. Η τεχνολογική ανάπτυξη έχει αποδειχτεί ιστορικά ως ο καθοριστικός μοχλός για την αντιμετώπιση της υπανάπτυξης και της στασιμότητας Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μεταπολεμική ανάπτυξη που γνώρισαν οι οικονομίες της Ευρώπης. Η τριακονταετία που έμεινε γνωστή ως ‘golden age’ ή ‘trente glorieuses’ του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην κάλυψη της τεχνολογικής υστέρησης της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ. Είναι αρκετοί οι οικονομολόγοι οι οποίοι θεωρούν ότι η ραγδαία ανάπτυξη των μεταπολεμικών χρόνων ήταν το αποτέλεσμα ενός τεχνολογικού ‘catching up’ των ευρωπαϊκών οικονομιών οι οποίες λόγω των οικονομικών και πολιτικών συνθηκών του μεσοπολέμου (περιορισμός του διεθνούς εμπορίου και επιβράδυνση της εκβιομηχάνισης) διέθεταν ένα συγκριτικά μεγάλο ποσοστό συντελεστών δεσμευμένων στην αγροτική παραγωγή.


Είναι λογικό επομένως εν μέσω κρίσεως η συζήτηση γύρω από τις αναπτυξιακές αρετές της τεχνολογικής ανάπτυξης να αποτελεί την αιχμή του δόρατος της ανάπτυξης. Ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα για την οποία η υπέρβαση  της τεχνολογικής της υστέρησης αποτελεί και την πλέον αισιόδοξη προοπτική για το οικονομικό της ξεβάλτωμα. Σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο στο γνωστό αγγλικό περιοδικό The Economist, οι κυβερνήσεις των αναπτυγμένων χωρών έχουν αποδεχτεί το γεγονός ότι η επένδυση στην καινοτομία και την επιχειρηματικότητα είναι η μόνη λύση στο πρόβλημα της επίτευξης μακροχρόνιας ανάπτυξης και στην καταπολέμηση της ανεργίας. Υπολογίζεται ότι η ίδρυση νέων επιχειρήσεων οι οποίες εισάγουν καινοτομίες είναι οι κύριες πηγές για την καθαρή δημιουργία θέσεων εργασίας (net job creation) κατά τα τελευταία 20 χρόνια. Στις αναπτυσσόμενες χώρες η καινοτομία παίζει έναν εξίσου σημαντικό ρόλο στην επίτευξη των σημαντικών ρυθμών ανάπτυξης που παρουσιάζουν Στην Ινδία για παράδειγμα  σύμφωνα με την Παγκόσμια τράπεζα κάθε επιπλέον κινητό ανά 100 κατοίκους αυξάνει το ΑΕΠ κατά 0.8% με το να δημιουργεί νέες ευκαιρίες για μικρότερους επαγγελματίες (positive externalities).

Το ερώτημα ωστόσο είναι πως μπορεί να επιτύχει ένα κράτος συνθήκες ευνοϊκές για την επένδυση στην καινοτομία και την ανταγωνιστική παραγωγή της; Στο επίπεδο καθημερινής συζήτησης στα ΜΜΕ το πρόβλημα εντοπίζεται στην έλλειψη δαπανών στην έρευνα και την ανάπτυξη, τις χαμηλές επενδύσεις και στα στραβά και τα ανάποδα της ελληνικής φυλής τα οποία δεν της επιτρέπουν να ξεφύγει από την αντίληψη του μικροεπιχειρηματία που αποβλέπει στο άμεσο κέρδος και του εργαζόμενου ο οποίος λαχαταρά τη νωθρή ευδαιμονία μιας μη παραγωγικής (ή ακόμα και αντιπαραγωγικής!) θέσης στο δημόσιο. Δε νομίζω ότι υπάρχει διαφωνία γύρω από την ύπαρξη αυτών των προβλημάτων. Θεωρώ ωστόσο ότι αποτελούν εξαρτημένες παρά ανεξάρτητες μεταβλητές του προβλήματος. Η έλλειψη επενδύσεων στην καινοτομία και η ανυπαρξία αντίστοιχης επιχειρηματικής – εργασιακής κουλτούρας αποτελούν παράγωγα της ανυπαρξίας άλλων αντικειμενικών συνθηκών παρά γενεσιουργές αιτίες της χαμηλής ανταγωνιστικότητας αυτές καθ’ αυτές. Για να προσελκυστούν - αξιοποιηθούν οι επενδύσεις και να καθιερωθούν κατάλληλες κουλτούρες πρέπει να προϋπάρχουν οι κατάλληλοι θεσμοί οι οποίοι θα λάβουν εισροές και θα τις μετατρέψουν σε ανταγωνιστική παραγωγή. 


Γενικά θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις στο ερώτημα γιατί κάποιες χώρες παρουσιάζουν μεγαλύτερη επιτυχία στην παραγωγή τεχνολογιών αιχμής από άλλες. Το επιχείρημα των νεοκλασικών οικονομικών είναι ότι η παραγωγή τεχνολογιών αιχμής ενέχει σημαντικό βαθμό ρίσκου και ως εκ τούτου το κατάλληλο περιβάλλον για να ευδοκιμήσει είναι αυτό που συναντάται στις οικονομίες αγγλοσαξωνικού τύπου όπως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς, η Αυστραλία κ.ο.κ., δηλαδη όπου υφίστανται όσο το δυνατό πιο απορρυθμισμένες αγορές (deregulation).  Η δεύτερη προσέγγιση εντοπίζει το ενδιαφέρον της στους θεσμούς που σχετίζονται με την έρευνα και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, όπως τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά ινστιτούτα και με αυτόν τον τρόπο υπογραμμίζει τη σημασία των δημόσιων πολιτικών χρηματοδότησης – στήριξης στην παραγωγή καινοτομίας.


Η τρίτη προσέγγιση είναι αυτή της συγκριτικής πολιτικής οικονομίας και ιδιαίτερα της προσέγγισης ‘Varieties of Capitalism’ (VoC). Η συγκεκριμένη προσέγγιση καταλήγει στις τρεις ακόλουθες βασικές θέσεις: 
α) Υφίστανται δύο γενικοί τύποι παραγωγής καινοτομίας, αυτός της  καινοτομίας αιχμής (radical innovation) και  της «σταδιακής» καινοτομίας (incremental innovation). Η παραγωγή καινοτομίας αιχμής βασίζεται στην επιθυμία – θέληση των εμπλεκόμενων δρώντων να αναλάβουν υψηλό ρίσκο. Παραδείγματα τέτοιων κλάδων αποτελούν η βιοτεχνολογία, η φαρμακοβιομηχανία, οι τηλεπικοινωνίες, η ανάπτυξη λογισμικού και οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χώρο του internet. Από την άλλη η παραγωγή «σταδιακής» τεχνολογίας βασίζεται στην μακρoπρόθεσμη δέσμευση των εμπλεκόμενων στην παραγωγή σε συγκεκριμένες αρμοδιότητες – δικαιοδοσίες. Τυπικά παραδείγματα αποτελούν οι καθιερωμένες -  «ώριμες» βιομηχανίες στον τομέα την μηχανικής, της χημείας, κ.ο.κ. Δηλαδή βιομηχανίες τις οποίες συναντάμε κυρίως σε χώρες όπως η Γερμανία και οι Σκανδιναβικές χώρες (Coordinated Market Economies κατά VoC). 
β)Σύμφωνα με τον παραπάνω διαχωρισμό συγκεκριμένα θεσμικά πλαίσια ορισμένων οικονομιών είναι κατάλληλα για τη παραγωγή συγκεκριμένων μορφών καινοτομίας. Οι τρεις παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν τη δομή των θεσμών και την ανάδυση των σχετικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων στην παραγωγή είναι η χρηματοδότηση (financing), η  επιχειρησιακή διακυβέρνηση (corporate governance) και η οργάνωση (organization). Έτσι σε χώρες οι οποίες εξειδικεύονται στην παραγωγή τεχνολογιών αιχμής όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο (Liberal Market Economies (LMEs) κατά VoC ή της συμμετοχής των venture capitalists. Η επιχειρησιακή διακυβέρνηση ως εκ τούτου βρίσκεται στα χέρια των χρηματοδοτών οι οποίοι έχουν τον πρώτο λόγο στην διοίκηση της επιχείρησης ενώ δημιουργούν δομές υψηλών κινήτρων για να ενεργοποιήσουν τους εργαζόμενους. Επιπλέον οι αγορές εργασίας είναι πολύ ελαστικότερες ώστε να αντιμετωπιστεί το υψηλό ρίσκο της αποτυχίας. Το αποτέλεσμα είναι η πλήρωση των οργανωσιακών δομών σε ανθρώπινο δυναμικό να επαφίεται στην ύπαρξη μιας αγοράς εργασίας ‘γενικών προσόντων’ καθώς οι επιχειρήσεις δεν διαθέτουν κίνητρα για να επενδύσουν στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων των εργαζομένων ενώ οι ίδιοι οι εργαζόμενοι δεν διαθέτουν την εργασιακή ασφάλεια για να επενδύσουν οι ίδιοι στην εξειδίκευση τους.Το μοντέλο καινοτομίας που συναντούμε σε χώρες όπως η Γερμανία από την άλλη βασίζεται στην συγκεντρωμένη ιδιοκτησία και τη στενή διασύνδεση με τον τραπεζικό τομέα (stakeholding). Η συγκεντρωμένη ιδιοκτησία αποβλέπει στον μακροχρόνιο στρατηγικό σχεδιασμό και ως εκ τούτου υπάρχουν διευρυμένες δομές συναπόφασης και συμμετοχής των εργαζομένων. Οι επιχειρήσεις από την άλλη έχουν κίνητρα να επενδύσουν συλλογικά στην εκπαίδευση των εργαζομένων προκειμένου να εξασφαλίσουν την υψηλή τους εξειδίκευση ενώ η αυξημένη εργασιακή ασφάλεια και οι συμμετοχικές δομές δημιουργούν κίνητρα στους εργαζόμενους να επενδύσουν χρόνο και χρήμα στην εξειδίκευση.
γ) Η τρίτη θέση της VoC έρχεται ως λογικό αποτέλεσμα. Κάθε χώρα αποκτά πλεονέκτημα στην παραγωγή καινοτομιών στην οποία διαθέτει θεσμικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Ωστόσο, μια σημαντική παρατήρηση της προσέγγισης αποτελεί το γεγονός ότι εφόσον οι τεχνολογίες αιχμής ωριμάσουν και καθιερωθούν στην αγορά μπορούν να παραχθούν και από CMEs αρκεί να έχουν φτάσει σε επίπεδο τυποποιημένης διαδικασίας εμπορευματοποίησης της καινοτομίας.

Εδώ είναι σκόπιμο να γίνει μια παρατήρηση και μια κριτική στο βασικό ερώτημα που θέτει η συγκριτική πολιτική οικονομία: Η παγκοσμιοποίηση οδηγεί τελικά προς την ομογενοποίηση των οικονομικών συστημάτων με βάση το πρότυπο των LMEs;  Η VoC σπεύδει να απαντήσει ότι παρά τις πιέσεις που ασκούνται στις CMEs αυτές διατηρούν τα βασικά θεσμικά τους χαρακτηριστικά καθώς αυτά στηρίζουν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα στην παραγωγή. Ωστόσο είναι πολύ νωρίς για να μπορεί κάποιος να απαντήσει με βεβαιότητα σε αυτό το ερώτημα. Πάντως, ο προσανατολισμός προς την παραγωγή υπηρεσιών και τεχνολογιών αιχμής είναι πλέον μια πραγματικότητα για τις προηγμένες καπιταλιστικές οικονομίες και τα πολιτικοοικονομικά συστήματα τους έχουν αρχίσει να προσαρμόζονται προς αυτή την κατεύθυνση.

Ίσως τον προσανατολισμό της πολιτικής οικονομίας θα πρέπει να διαμορφώνει η λογική της ανοικοδόμησης όπως και κατά την περίοδο των μεταπολεμικών χρόνων. Τα αποτελέσματα τριών δεκαετιών νεοφιλελευθερισμού και οι ειδικές συνθήκες του σήμερα επιβάλλουν τη λογική της ανοικοδόμησης: Αντιμετώπιση της διευρυνόμενης ανισότητας ως αποτέλεσμα της εντεινόμενης παγκοσμιοποίησης και των απαρχών της περιβαλλοντικής κατάρρευσης από την αλόγιστη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Ως εκ’ τούτου, θεωρούμε ότι το θετικό αντικείμενο της  πολιτικής οικονομίας  θα πρέπει να διαμορφωθεί ως αναζήτηση για την κατάλληλη οικονομική και κοινωνική οργάνωση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του «μεταμοντέρνου» κόσμου μας. Ένας τέτοιος προσανατολισμός στην χώρα μπορεί να αποτελέσει το πλέον δυναμικό στοιχείο στην μεταρρυθμιστική της πορεία.

Απαντώντας στην ερώτηση πως η Ελλάδα μπορεί να γίνει μια χώρα παραγωγής καινοτομίας, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τις παραπάνω περιπτώσεις προκειμένου να φτάσουμε σε κάποιο συμπέρασμα σχετικά με τις απαιτούμενες θεσμικές μεταρρυθμίσεις Αρχικά θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η Ελλάδα πολύ δύσκολα θα μπορέσει να αποκτήσει τις θεσμικές δομές οι οποίες υποστηρίζουν την παραγωγή καινοτομιών οι οποίες συναντώνται στην Γερμανία ή στις Σκανδιναβικές χώρες. Όταν τίθεται το θέμα κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να ακολουθήσει τα θεσμικά - παραγωγικά πρότυπα που συναντώνται στις ‘CMEs’ ο σκεπτικισμός είναι διάχυτος και φυσικά δικαιολογημένος.  Η λειτουργικότητα των θεσμών είναι αποτέλεσμα κοινωνικών ζυμώσεων οι οποίες διήρκεσαν δεκαετίες και των οποίων η αποδοτική λειτουργία δημιούργησε ‘path dependencies’ πάνω στις οποίες βασίζεται η λειτουργία τους ακόμα και σήμερα παρά τις έντονες πιέσεις για μεταρρυθμίσεις από τον διεθνή ανταγωνισμό. Επιπλέον υπάρχει και η άποψη ότι η Ελλάδα αν μη τι άλλο δεν έχει το χρόνο να γίνει μια «Δανία του νότου» καθώς κάτι τέτοιο θα σήμαινε την προηγούμενη συνολική μεταμόρφωση του πολιτικού συστήματος της χώρας. Έτσι φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι δυστυχώς από την Ελλάδα λείπει η «πρώτη ύλη» για την οργάνωση ενός κοινωνικά δικαιότερου συστήματος το οποίο ταυτοχρόνως να διασφαλίζει υψηλές οικονομικές επιδόσεις. Φαινομενικά η μοναδική επιλογή φαίνεται να είναι η υιοθέτηση του μοντέλου ανάπτυξης ραγδαίας καινοτομίας το οποίο συναντάται στις φιλελεύθερες οικονομίες της αγοράς (LMEs). Αυτή ωστόσο δεν είναι μια καθόλου εύκολη επιλογή διότι γνωρίζουμε ότι χώρες με παρόμοια συστήματα παρουσιάζουν σχετικά ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης αλλά ταυτοχρόνως παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά ανεργίας, τεράστιες οικονομικές ανισότητες, εργασιακή ανασφάλεια και ελλιπή κοινωνικά συστήματα προστασίας, περιορισμένη συλλογική οργάνωση στο χώρο εργασίας αλλά και μεγαλύτερο βαθμό άλλων νοσηρών κοινωνικών φαινομένων των οποίων οι αιτίες μπορούν να συνδεθούν με την ύπαρξη διευρυμένων οικονομικών ανισοτήτων. Πρέπει επιπλέον να έχουμε υπόψιν ότι κατά την δεκαετία του ’90 είχαμε μια τεχνολογική φούσκα ολκής της οποίας οι συνέπειες γίνονται αισθητές ακόμα και σήμερα. Ως εκ’ τούτου οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί όταν υποστηρίζουμε τόσο απροκάλυπτα την υιοθέτηση ενός τέτοιου μοντέλου από την Ελλάδα. Με λίγα λόγια μια τέτοια επιλογή κατεύθυνσης δεν αποτελεί πανάκεια και αρκεί κάποιος να εξετάσει τη σημερινή κατάσταση της Ιρλανδίας σαν μια χώρα που παρουσιάζεται ως πρότυπο για την Ελλάδα όπως και της Αμερικής αλλά και του Ηνωμένου βασιλείου.

Αντίθετα, το υπόδειγμα μιας προσανατολισμένης στις εξαγωγές CME όπως η Γερμανία, μοιάζει να τα πηγαίνει πολύ καλύτερα. ‘Ήδη σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα των Financial Times η Γερμανία ανακάμπτει δυναμικά από την κρίση καθώς τα επίπεδα παραγωγής, οι εξαγωγές και οι κερδοφορία ενισχύονται ταχύτατα ενώ η ανεργία βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο αρκετών ετών. Η Γερμανία ευνοείται από την παραδοσιακή βιομηχανική της ισχύ και τον εξαγωγικό της προσανατολισμό αλλά είναι εξίσου σημαντικό στοιχείο ότι διαθέτει τεχνολογική υπεροχή σε κλάδους στους οποίους υφίστανται μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης όπως περιβαλλοντική τεχνολογία και  τα οικολογικά είδη.

Ως εκ τούτου θεωρούμε ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να εγκαταλείψει την προσπάθεια να διαμορφώσει θεσμικά στοιχεία τα οποία θα αποτελέσουν τις υποδομή για μια πιο ανταγωνιστική οικονομία τα οφέλη της οποίας θα καρπώνεται το σύνολο των πολιτών. Όσο ελκυστική και αν είναι η επιλογή για φιλελευθεροποίηση πρέπει να αντισταθούμε στις σειρήνες και να επιλέξουμε το δύσκολο δρόμο. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν ρομαντική προσκόλληση στα «σοσιαλδημοκρατικά» προτάγματα. Θα ήταν μια ορθολογική επιλογή ιδιαίτερα κάτω από τις σημερινές συνθήκες όπου διανύουμε μια οικονομική κρίση, μια περιβαλλοντική κρίση και μια πολυδιάστατα κοινωνική η οποία έρχεται ως απόρροια αυτών των δύο.

Η Ελλάδα πρέπει να οικοδομήσει τα «θεσμικά» συγκριτικά της πλεονεκτήματα πάνω στα αντικειμενικά συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Η Ελλάδα είναι μια όμορφη χώρα με υψηλή ηλιοφάνεια, μεγάλη ακτογραμμή ενώ διαθέτει πολλές περιοχές με έντονους ανέμους. Επιπλέον, η Ελλάδα λόγω φυσικής ομορφιάς, αλλά και της ιστορίας και του πολιτισμού της ελκύει το ενδιαφέρον των ξένων λαών και παραμένει μια χώρα με υψηλή επισκεψιμότητα παρά την ύπαρξη άλλων οικονομικότερων και εξίσου όμορφων χωρών. Τρίτον η Ελλάδα διαθέτει το κλίμα και την παράδοση για την παραγωγή υψηλής ποιότητας τροφίμων ευρείας κατανάλωσης σε μια περίοδο όπου αρχίσουν να εμφανίζονται και τα πρώτα σημάδια διακινδύνευσης της παγκόσμιας διατροφικής ασφάλειας. Τέταρτον, παρά τη σημερινή δεινή οικονομική της κατάσταση η Ελλάδα αποτελεί την πιο αναπτυγμένη και οικονομικά και κοινωνικά προηγμένη χώρα από το σύνολο των γειτόνων της και θα μπορούσε να αποτελέσει έναν πρότυπο θύλακα παροχής εκπαίδευσης και τεχνογνωσίας στους γειτονικούς λαούς.  

Κατά συνέπεια η δομή των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας μας αρθρώνεται γύρω από το τρίπτυχο: Φυσικό περιβάλλον, Πολιτισμός, Εκπαίδευση. Η διασύνδεση ανάμεσα σε αυτά τα τρία στοιχεία είναι έκδηλη. Η Ελλάδα μπορεί να είναι μια χώρα η οποία είναι εξειδικευμένη στην προηγμένη περιβαλλοντική τεχνολογία, να χρησιμοποιεί αυτήν την τεχνολογία για την αποτελεσματική διαχείριση του περιβάλλοντος της καθώς επίσης και εξάγει αυτήν την τεχνολογία - τεχνογνωσία και στο εξωτερικό. Επενδύοντας στο περιβάλλον η Ελλάδα θα εκτεθεί σε σημαντικό ρίσκο αλλά δύναται να κερδίσει πολλά. Θα μπορούσε κάποιος ωστόσο να υποστηρίξει ότι η δομή των ευκαιριών είναι ιδανική παρά την υπαναχώρηση που παρουσιάζουν οι περιβαλλοντικές πολιτικές διεθνώς λόγω της κρίσης. Οι λόγοι είναι οι εξής: Το πρόβλημα με τις ΑΠΕ αποτελεί ταυτοχρόνως και μια χρυσή ευκαιρία καθώς οι λόγοι για τους οποίους οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν χρησιμοποιούνται ευρέως μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω της έρευνας και της ανάπτυξης. Η μη ύπαρξη συνεχούς ροής ώστε να καλύπτεται η ζήτηση, το υψηλό κόστος αποθήκευσης, καθώς το επίπεδο της τεχνολογίας δεν επιτρέπουν τη παροχή ΑΠΕ σε χαμηλό κόστος. αλλά ταυτοχρόνως παρέχουν χρυσές ευκαιρίες για ανάπτυξη του κλάδου τα επόμενα χρόνια.

Η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν έχει μία αποκλειστικά οικονομική διάσταση για την χώρα. Συνδέεται και με άλλα προβλήματα τα οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει η ανθρωπότητα τα επόμενα χρόνια. Το πρόβληματα της ενεργειακής επάρκειας και της ενεργειακής εξάρτησης θα αναδύονται όλο και περισσότερο ως κρισιμότατα στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής. Δεν πρέπει να είναι τυχαίο ότι πολύ πρόσφατα η καγκελάριος της Γερμανίας επισκεπτόμενη το αιολικό πάρκο Ράβενσμπουργκ διεμήνυσε ότι στόχος της Γερμανίας είναι η 100% κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της Γερμανίας από τις ΑΠΕ μέχρι το 2050. Επιπλέον, μια σημαντική διάσταση των ΑΠΕ είναι ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή νερού κάνοντας τις διαδικασίες παραγωγής τους λιγότερο ενεργοβόρες Άρα η ανάπτυξη των ΑΠΕ θα μπορούσε να αποτελέσει λύση στα προβλήματα που θα ανακύψουν σε σχέση με την παραγωγή και την κατανάλωση του νερού των οποίων σημασία φαίνεται να μην γίνεται ακόμα κατανοητή από την ελληνική κυβέρνηση. Πρέπει να σημειωθεί ωστόσο ότι το θέμα του νερού είναι ένα κατ’ εξοχήν διεθνές θέμα και ως εκ τούτου παρουσιάζει εξαιρετικές ευκαιρίες για αυτόν που θα αναλάβει το ρίσκο να καταπιαστεί με αυτό.

Το εύλογο ερώτημα είναι πως συνδέονται όλα αυτά με την προβληματική της συγκριτικής πολιτικής οικονομίας όπως παρουσιάστηκε παραπάνω και την επιλογή ανάμεσα σε τεχνολογία αιχμής και σταδιακή τεχνολογία ή την επιλογή ανάμεσα σε αντιτιθέμενα πρότυπα παραγωγής καινοτομίας; Το γεγονός ότι οι πρώτες χώρες στην ανάπτυξη καινοτομιών ΑΠΕ είναι η Δανία και η Γερμανία σημαίνει ότι η ανάπτυξη τέτοιων καινοτομιών βρίσκει πρόσφορο κλίμα ανάπτυξης στις CMEs και άμα την καθιέρωση τους αποτελούν τομείς σταδιακής καινοτομίας παρά καινοτομίας αιχμής. Κατά συνέπεια απαιτούν το σχεδιασμό μιας αρκετά σύνθετης θεσμικής δομής η οποία θα επιτρέψει την ανταγωνιστική παραγωγή τους και ή οποία θα  διαφοροποιείται δραστικά από την προσέγγιση που θέτει το βάρος στην απορρύθμιση των αγορών και στην καθιέρωση της αγγλοσαξονικής επιχειρηματικής και εργασιακής κουλτούρας. Η παραγωγή των ΑΠΕ εφόσον καθιερωθεί θα είναι incremental innovation και κατά συνέπεια η θεσμική δομή θα πρέπει να οργανωθεί με βάση το πρότυπο των CMEs. Δημιουργώντας μακροχρόνιες σχέσεις και στρατηγικές, αποτελεσματικές και εξσυγχρονιζόμενες δομές εκπαίδευσης, συμμετοχικές διαδικασίες στην παραγωγή, το σημαντικό ρόλο του κράτους, των πανεπιστημίων κ.ο.κ. Σύμφωνα με τα παραπάνω ο προσανατολισμός της χώρας μπορεί να είναι ο εξής: Η Ελλάδα ξεκινά ως χώρα παραγωγής καινοτομίας αιχμής στον τομέα της οικολογίας και να στοχεύει στην ωρίμανση και την καθιέρωση αυτών των τεχνολογιών. Φαίνεται ότι οι εναλλακτικές μορφές ενέργειας μπορούν να δημιουργήσουν μια τέτοια προοπτική.

Τελικώς η Ελλάδα πρέπει να στραφεί στην παραγωγή καινοτομίας για τη διασφάλιση των «βασικών». Καθώς η διασφάλιση των βασικών υλικών όρων  της ζωής μας (βιώσιμο περιβάλλον, αρκετή και καλής ποιότητας τροφή) αποτελεί την προϋπόθεση για τη διασφάλιση των βασικών κοινωνικών όρων της ζωής μας (οικονομική και κοινωνική ευημερία). Η παραπάνω ίσως να μην αποτελεί και μια τόσο αυτονόητη διαπίστωση καθώς οι κυβερνήσεις δείχνουν να μην κατανοούν πλήρως τις συνέπειες της αλόγιστης σπατάλης των περιβαλλοντικών πόρων και της αποσάθρωσης του οικονομικού ιστού των κοινωνιών για χάρη των ελεύθερων αγορών και της ανταγωνιστικότητας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget