14/9/10

Η Mετανάστευση ως Nέα Aυτοεξορία



Συγκαταλέγομαι σε αυτούς οι οποίοι θεωρούν ότι η μετανάστευση αποτελεί ορθολογική επιλογή υπό τις παρούσες συνθήκες. Ομολογώ δε ότι είναι η πρώτη φορά που αισθάνομαι ότι η άποψη μου εκφράζει μια ευρύτερη πλειοψηφία χωρίς αυτό να με ενθουσιάζει καθόλου. Είναι γεγονός ότι οι συνθήκες για τη μετανάστευση δεν ήταν ποτέ ιδανικότερες καθώς απέναντι στη μαζική υστερία για εγκατάλειψη της χώρας το κράτος δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα περιορισμού της. Η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά έχει καθιερώσει την ελεύθερη μετακίνηση προσώπων και η περιοριστική δημοσιονομική πολιτική δεν μπορεί να δημιουργήσει αντικίνητρα. Από την άλλη στα γραφεία ευρέσεως εργασίας ακόμα και για τις μη ευρωπαϊκές χώρες έχουν αρχίσει να συρρέουν χιλιάδες άτομα. Εδώ διακρίνεται και το διαφοροποιητικό στοιχείο της σύγχρονης μετανάστευσης από αυτή της δεκαετίας του ’50, καθώς οι σύγχρονοι υποδοχείς μεταναστών είναι πρόθυμοι να υποδεχτούν κυρίως υψηλά καταρτισμένο εργατικό δυναμικό το οποίο βρίσκεται σε έλλειψη στο εσωτερικό. Έτσι πολλοί είναι αυτοί οι οποίοι επιστρέφουν στα σπίτια τους απογοητευμένοι αφού οι δεξιότητες του δεν συμπεριλαμβάνονται στις λεγόμενες «λίστες».

Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο ωστόσο είναι αυτό το οποίο έχει επισημανθεί κατά κόρων σε σχέση με τη μετανάστευση των σύγχρονων Ελλήνων: Ο φόβος ότι η δυσχερής οικονομική συγκυρία θα στεγνώσει την Ελλάδα από το νεότερο και το πλέον δυναμικό, καταρτισμένο και ελπιδοφόρο τμήμα του πληθυσμού της. Αυτό το τμήμα πέρα από το ότι είναι περιζήτητο στο εξωτερικό είναι και το πλέον κατάλληλα εφοδιασμένο να αφομοιωθεί ταχύτατα και να ευημερήσει καθώς αποτελεί τον κύριο αποδέκτη – αφομοιωτή του «εξευρωπαϊσμού». Σε σχέση με αυτή την παρατήρηση το εντυπωσιακό είναι ότι ενώ μέσω επισήμων ή ανεπίσημων καναλιών η κουλτούρα του ευρωπαϊσμού καλλιεργείται στην χώρα, λίγα γίνονται ώστε οι παραγωγικές δομές να προσαρμοστούν σε αυτήν. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται ένα ‘υπαρξιακό’ χάσμα το οποίο μπορεί μόνο να καλύψει η φυγή προς το εξωτερικό καθώς εκεί ο νέος εργαζόμενος μπορεί να «συγκλίνει» ταχύτερα από ότι η χώρα του σαν σύνολο. Ωστόσο οι συνθήκες που οδηγούν στην επιλογή της μετανάστευσης είναι αντικειμενικές. Κατά βάση αυτό που δίνει ώθηση στην μετανάστευση μορφωμένου και υψηλά καταρτισμένου εργατικού δυναμικού, πέρα από την δυνατότητας απασχόλησης per se, είναι δυνατότητα εργασίας και καλύτερης αμοιβής σε κλειστά ή κορεσμένα εργασιακά αντικείμενα. Επιπλέον, δίνεται διέξοδος στους πτυχιούχους των οποίων οι σπουδές δεν εκτιμώνται στην Ελλάδα καθώς εντάσσονται σε κλάδους οι οποίοι είναι υπανάπτυκτοι ή ανύπαρκτοι. Καθώς όμως τα ποσοστά αυτών οι οποίοι αποχωρούν από την χώρα και αυτών των οποίων σκοπεύουν να αποχωρήσουν αυξάνονται δραματικά ένα κρίσιμο ερώτημα αναδύεται: Ποιες είναι οι προοπτικές της χώρας αν αυτή καταλήξει μια χώρα γερόντων, αποψιλωμένη από το φυτώριο των νέων επιστημόνων, επαγγελματιών και επιχειρηματιών; Κατά συνέπεια, αν και κατά βάση η μετανάστευση αποτελεί ορθολογική επιλογή, εγείρει σημαντικά ζητήματα ηθικής φύσης καθώς αν η εργασία και η ευημερία αποτελούν σημαντικά στοιχεία διαμόρφωσης της ταυτότητας μας, αναλόγως σημαντικά στοιχεία είναι και η ελληνικότητα μας και η ευημερία της κοιτίδας μας.


Albert O. Hirschman
Η παραπάνω παρατηρήσεις μου φέρνουν στο νου το έργο του διάσημου οικονομολόγου Albert O. Hirschman Αποχώρηση, διαφωνία και αφοσίωση (Exit, voice and loyalty). Εν συντομία, ο Hirschman θεωρεί ότι το άτομο έχει δύο επιλογές όταν έρχεται αντιμέτωπο με την επιδείνωση του προϊόντος ή του συλλογικού αγαθού που παράγει μια επιχείρηση ή ένας οργανισμός. Είτε να αποχωρήσει (exit), δηλαδή να σταματήσει την κατανάλωση του συγκεκριμένου αγαθού και να επιλέξει κάποιο ανταγωνιστικό αγαθό, είτε να διαφωνήσει (voice) αντιδρώντας στην επιδείνωση έχοντας ως  απώτερο στόχο την επανάκαμψη της τιμής - ποιότητας στο αρχικό της επίπεδο. O Hirschman διαχωρίζει αυτές τις δύο δυνατότητες ως υλοποιήσεις της οικονομικής και πολιτικής σκέψης αντίστοιχα. Αυτός ο διαχωρισμός διακρίνεται ξεκάθαρα αν αναλογιστούμε τον τρόπο λειτουργίας των απολύτως ανταγωνιστικών αγορών της οικονομίας σε αντιδιαστολή με τον σχετικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό των πολιτικών συστημάτων. Για έναν πολιτικό επιστήμονα ο οποίος μελετά έναν πολιτικό θεσμό, η πλέον αναμενόμενη συμπεριφορά για ένα διαφωνών μέλος αυτού είναι να εκφράσει τη διαφωνία του , τουλάχιστον αρχικά, παρά να αποχωρήσει ακαριαία από αυτόν. Είναι λογικό ωστόσο μια μη επιτυχής διαφωνία να καταλήγει στην αποχώρηση και ως εκ τούτου η δύο καταστάσεις να εμφανίζονται ως συμπληρωτικές τουλάχιστον στο πλαίσιο πολιτικών και άλλων κοινωνικών οργανώσεων. Αυτό το στοιχείο της συμπληρωματικότητας διαφωνίας και αποχώρησης προσδίδει σταθερότητα στα πολιτικά – κοινωνικά συστήματα και δεν τα οδηγεί στη διάλυση με την πρώτη δυσκολία. Και στο επίπεδο της οικονομίας ωστόσο,  ο Hirschman εγείρει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το ρόλο της αποχώρησης και της διαφωνίας στη λειτουργία των πλήρως ανταγωνιστικών αλλά και των μονοπωλιακών – ολιγοπωλιακών αγορών καταλήγοντας  στο συμπέρασμα ότι η δυνατότητα της άμεσης αποχώρησης περιορίζει τη δυνατότητα επανάκαμψης των επιχειρήσεων και της διατήρησης ενός υψηλού επιπέδου ποιότητας ενώ στη δεύτερη περίπτωση δημιουργούνται κίνητρα για την εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης ή την ανάδυση εναρμονισμένων πρακτικών για την επίτευξη μιας κερδοφόρας αδράνειας. Το συμπέρασμα είναι ότι η διαφωνία είναι κάτι το απολύτως χρήσιμο για την επιτυχή και σταθερή λειτουργία των θεσμών και πρέπει να δίνεται η δυνατότητα σε αυτή να εκφράζεται τόσο πολιτικό όσο και στο οικονομικό πεδίο. Το ερώτημα ωστόσο είναι πως ο καταναλωτής – πολίτης επιλέγει ανάμεσα σε αυτές τις δύο δυνατότητες.


Η θεωρία του Hirschman εμμέσως μας παρέχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ερμηνεία της επιλογής της μετανάστευσης. Η καταφυγή στη διαφωνία αντί  της αποχώρησης (μετανάστευσης) είναι δυνατή όταν υφίστανται οι εξής δύο συνθήκες: α) οι πολίτες είναι διατεθειμένοι να ανταλλάξουν τη βεβαιότητα της αποχώρησης έναντι της αβεβαιότητας μιας βελτίωσης στο επιδεινούμενο προϊόν και β) η εκτίμηση που έχουν οι πολίτες ως προς την ικανότητα τους να επηρεάσουν την οργάνωση είναι υψηλή. Είναι σαφές ότι οι Έλληνες πολίτες πλέον δεν διαθέτουν παρά ελάχιστη εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα και οι θεσμοθετημένες δυνατότητες τους για διαφωνία είναι περιορισμένες και αναποτελεσματικές (βλ. αντιπολίτευση και εξωκοινοβουλευτικά κόμματα, συνδικάτα κ.ο.κ.). Επιπλέον, εξηγείται και η τάση για άμεση αποχώρηση του «ενεργητικότερου» και πολλά υποσχόμενου τμήματος του πληθυσμού καθώς αυτό είναι το πλέον ευαίσθητο στην επιδείνωση της ποιότητας του παρεχόμενου αγαθού, ενώ διαθέτει το ανάλογο «πλεόνασμα καταναλωτή» για να αναζητήσει εναλλακτικές που ενέχουν υψηλότερο κόστος (κόστος μετακίνησης και αναζήτησης εργασίας στο εξωτερικό, μετακίνηση ολόκληρης της οικογένειας,  αφομοίωση στο νέο περιβάλλον, εκμάθηση μιας νέας γλώσσας κ.ο.κ).  Επιπλέον όπως αναφέρεται “Μόνον καθώς αρχίζουν να μοιάζουν (η μια χώρα στην άλλη) λόγω της προόδου στις επικοινωνίες και στο συνολικό εκσυγχρονισμό, θα προκύψει ο κίνδυνος πρώιμων και υπερβολικών αποχωρήσεων, των οποίων τρέχων παράδειγμα αποτελεί η αφαίμαξη εγκεφάλων (brain drain)".         Κατά συνέπεια το μόνο στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να ανακόψει αυτήν την κατρακύλα είναι η ύπαρξη αφοσίωσης. Η αφοσίωση αυξάνει το κόστος της αποχώρησης, βοηθάει στην «ανάκτηση της ισορροπίας» και οδηγεί τους ανθρώπους σε άλλους τρόπους δράσης. Η μη ύπαρξη όμως των κατάλληλων διεξόδων για την άσκηση της διαφωνίας όπως αναφέρθηκε παραπάνω στραγγαλίζει και αυτήν ακόμα την αφοσίωση που τρέφει ο Έλληνας προς την χώρα του.


Σύμφωνα με τα παραπάνω η ροπή προς την αποχώρηση - μετανάστευση είναι βραχύ-μεσοπρόθεσμα αναπόδραστη. Αν ισχύει κάτι τέτοιο οι προσπάθειες της πολιτείας θα πρέπει να επικεντρωθούν στον επαναπροσεταιρισμό των αποχωρούντων σε βάθος χρόνου. Σε μια τέτοια προοπτική κύριο ρόλο θα διαδραματίσει το κατά πόσο οι  Έλληνες θα συνεχίζουν να ενδιαφέρονται για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα ακόμα και μετά την αποχώρηση τους. Θεωρώ ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί ούτε πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Για αυτό το λόγο θα πρέπει να καθιερωθεί ως πολιτική βαρύνουσας σημασίας η διαμόρφωση κατάλληλων θεσμών ώστε ο αποχωρών να μπορεί να εκδηλώνει το ενδιαφέρον και να επηρεάζει τα τεκταινόμενα στη χώρα. Το θετικό στοιχείο είναι ότι το ενδιαφέρον του μετανάστη για τη χώρα του δε μπορεί να εξαντληθεί εν μία νυκτί, καθώς αναπόφευκτα θα συνεχίσει να διατηρεί δεσμούς με αυτήν (συγγενικά δίκτυα, δεσμοί εντοπιότητας, πατριωτικό ενδιαφέρον κ.τ.λ.). Πρέπει κατά συνέπεια να διατηρηθούν τα ψήγματα της αφοσίωσης, όπως αυτά υπήρχαν στους μετανάστες, τους εξόριστους ή τους αυτοεξόριστους άλλων εποχών, ώστε η φυγή να μην είναι τελείως αρνητική αλλά να μπορεί να έχει κάποιον θετικό αντίκτυπο στις εξελίξεις στο εσωτερικό. Πρέπει εν ολίγοις να δημιουργηθούν συνθήκες για την επιρροή και τη «διαφωνία από έξω», αν θα θέλαμε να το θέσουμε με όρους Hirschman . Μέσω της δημιουργίας δομών για τη διατήρηση της αφοσίωσης η άποψη και η εμπειρία που αποκομίζει ο μετανάστης από την δραστηριοποίηση σε ένα πιο εξελιγμένο πολιτικό και οικονομικό σύστημα θα επηρεάσει αναμφισβήτητα τη διαδικασία της μεταρρύθμισης στο εσωτερικό. Επιπλέον αυτός είναι και ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλιστεί ότι θα διαμορφωθούν συνθήκες για σχετικά σύντομο επαναπατρισμό.

Αναγνωρίζω ότι η κύρια πρωτοβουλία για συλλογική δράση στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να ανήκει στο κράτος. Είναι θετικό ωστόσο το ότι οι περισσότεροι μετανάστες  διατηρούν σχετικό ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα τους αν και οι σύγχρονες συνθήκες παρουσιάζουν το κίνδυνο η μετανάστευση να διαρρήξει  τον εθνικό δεσμό. Για αυτό τον λόγο απέναντι στις αφομοιωτικές επιδράσεις της ευημερίας, ο Έλληνας θα πρέπει να είναι αφοσιωμένος στην «ελληνικότητα» αλλά όχι μέσω μιας αναπόλησης της τρυφηλότητας του ελληνικού τρόπου ζωής προ της κρίσεως αλλά ούτε και μέσω ενός μηδενιστικού κριτικισμού. Ας έχουμε υπόψιν τα λόγια του Νίκου Καζαντζάκη προς τη σύντροφο του Γαλάτεια κάθε φορά που επιδιδόμαστε σε μεγαλόστομους αφορισμούς για τη χώρα μας: “… να δημιουργήσουμε από την λάσπη τούτη την ελληνική, το πρόπλασμα της θεότητας. Από την ευτυχία, από τη δόξα και την καλοπέραση ποτέ δεν πλάθεται ο θεός. Μόνο από τη ντροπή την ατιμία και τα δάκρυα. Μια cause perdue είναι η Ελλάδα. Ας την αναλάβουμε. Μόνον οι αριβίστες και οι έμποροι αγαπούν τις σίγουρες υποθέσεις”.        




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget