10/10/11

Η ματαιότητα του να μακελεύεις ένα πτώμα.

Με αφορμή μια ανάρτηση του Athens Review of Books τη Δευτέρα 10 Οκτωβρίου στη σελίδα του στο facebook ξεκίνησε μια ενδιαφέρουσα διαμάχη ανάμεσα στους αναγνώστες. Εν συντομία, ο διαχειριστής της σελίδας του facebook του περιοδικού θεώρησε σκόπιμο να ανεβάσει ένα άρθρο του Βήματος στο οποίο ο συντάκτης αναφερόταν στις συνθήκες εργασίας στην παραγωγή προϊόντων της Αpple στην Κίνα αλλά και στις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων στο δίκτυο των καταστημάτων της Apple. Ο στόχος του αρθρογράφου ήταν να καταδείξει ότι ο Jobs πέρα από "οραματιστής" και "θρύλος της ψηφιακής επανάστασης" ακολούθησε την πεπατημένη των περισσότερων εταιριών παραγωγής και διάθεσης προϊόντων υψηλής τεχνολογίας στον τομέα των εργασιακών σχέσεων. Η άποψη αυτή είναι συζητήσιμη και ασφαλώς ο καθένας μπορεί να την προσεγγίσει με διαφορετικούς τρόπους αναλόγως της στάσεως του απέναντι στον καπιταλισμό. Είναι ωστόσο μια πλήρως σεβαστή άποψη για τον απλό λόγο ότι βασίζεται σε αληθή στοιχεία. Όλες οι εταιρίες στον κλάδο λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο. Το γιατί και αν μπορεί να γίνει διαφορετικά είναι μια μεγάλη πλην ενδιαφέρουσα συζήτηση την οποία δε με ενδιαφέρει να την κάνω  σε αυτή την ανάρτηση. Το σχόλιο της Athens Review of Books, ενός εντύπου με δεδηλωμένο σκοπό να ανταποκριθεί στο πρότυπο άλλων σχετικών διεθνών περιοδικών όπως το London Review of Books, ήταν το ακόλουθο:







Στο άρθρο δε γίνεται λόγος για "στυγνό καπιταλιστή-εκμεταλλευτή" ούτε προσωπικά μπορώ να διακρίνω κάποιο "μετακομμουνιστικό παραλήρημα". Τελικά ο σχολιαστής ολοκληρώνει το σχόλιο του με την ελπίδα ότι οι δημοσιογράφοι τέτοιων και παρόμοιων φρονημάτων θα βρεθούν κάποια στιγμή να "πλένουν τζάμια στα φανάρια"... 
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο ωστόσο δεν είναι η αποστροφή που επέδειξε η Athens Review of Books προς... μια άποψη, αλλά το ότι οι σχολιαστές χωρίστηκαν χονδρικά σε τρία στρατόπεδα σε αυτούς οι οποίοι θεώρησαν τη στάση του περιοδικού ουσιαστικά αντιδημοκρατική, άλλοι αντικομμουνιστική και σε αυτούς που θεώρησαν τις απόψεις των πρώτων ως απόδειξη ότι η Ελλάδα είναι μια μετακομμουνιστική και οπισθοδρομική χώρα κατά αναλογία με τα κράτη της πρώην ΕΣΣΔ.
Η παρομοίωση της Ελλάδας με σοβιετική-σοσιαλιστική δημοκρατία αποτελεί κυρίαρχη αφήγηση στις μέρες μας τόσο από τον Τύπο όσο και από την πολιτική τάξη της χώρας. Κυρίως ως επιχείρημα στον στίβο της πολιτικής επικοινωνίας για την προπαγάνδιση των μεταρρυθμίσεων. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει χαρακτηρίσει το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα ως "σοβιετικό". Παρ' όλες τις αδυναμίες, παραλογισμούς και.. ιδιαιτερότητες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης αδυνατώ να καταλάβω με ποιον τρόπο η Ελλάδα αποτελεί ανάλογο (πρώην) σοσιαλιστικής δημοκρατίας.  Για να σταθεί ένας τέτοιος παραλληλισμός θα έπρεπε να ισχύει η ακόλουθη συνθήκη: Η Ελλάδα να παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες τα οποία ωστόσο δεν συναντώνται στις χώρες άνευ "σοσιαλιστικού" παρελθόντος ή παρόντος, δηλαδή με τα κράτη όπου ο καπιταλισμός είναι κραταιός ανεξαρτήτως μεγαλύτερων ή μικρότερων κοινωνικών παροχών από την πλευρά του κράτους. Ποια είναι λοιπόν αυτά τα χαρακτηριστικά τα οποία διαθέτει μόνο η Ελλάδα σε σχέση με τα νυν-πρώην καθεστώτα του "υπαρκτού σοσιαλισμού" τα οποία και την καθιστούν συγγενή προς αυτά; Συγχωρέστε με αλλά εγώ δεν μπορώ να τα διακρίνω. Κατανοώ μεν την προπαγανδιστική χρησιμότητα του παραλληλισμού αλλά δεν μπορώ να δω την ουσία του. Θεωρώ δε την άποψη επικίνδυνη καθώς συνδέει τις όποιες θεσμικές καθυστερήσεις παρουσιάζει η χώρα με λανθασμένες εξαρτημένες πολιτικές μεταβλητές και ως εκ' τούτου δυσχεραίνει την αντιμετώπιση τους.
Ποια από τα παρακάτω αποτελούν αποκλειστικά χαρακτηριστικά των καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού"; Το αναποτελεσματικό κράτος; Η διαφθορά; Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα  και παραγωγικότητα; Η καθιέρωση κατεστημένων συντεχνιακών συμφερόντων; Το εξωτερικό χρέος; Τα ελλείμματα; Η στασιμότητα και πληθωρισμός; Η αναποτελεσματική και χειραγωγούμενη κοινωνία των πολιτών; Η χαμηλή ποιότητα των δημόσιων αγαθών; Οι νομενκλατούρες,η διαπλοκή και οι πελατειακές σχέσεις; Ποιο από όλα αυτά δεν δεν έχει αποτελέσει πρόβλημα για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες κατά το παρελθόν; Η διαφορά ίσως έγκειται στο ότι αυτά τα προβλήματα σε κάποιες περιπτώσεις αντιμετωπίστηκαν πριν γιγαντωθούν. Αυτό ωστόσο δεν καθιστά την Ελλάδα "Σοβιετική Δημοκρατία" και σίγουρα μια τέτοια προσέγγιση δε λαμβάνει υπόψη τις ιστορικές συνθήκες οι οποίες οδήγησαν στη μεταπολίτευση. 
Η αριστερά έχει και αυτή τις ευθύνες της για τη σημερινή κατάσταση αλλά η παρουσίαση των αντιδράσεων των Ελλήνων πολιτών στις μεταρρυθμίσεις ως εμφορούμενων από την κομμουνιστική ιδεολογία δεν είναι μόνο ανιστορική είναι και αντιπαραγωγική. Οι πολιτές συμπεριφέρονται ως ορθολογικά άτομα και ομάδες οι οποίες χάνουν προνόμια και εισοδήματα και το βιωτικό τους επίπεδο καταβαραθρώνεται μέρα με τη μέρα. Το ότι αυτές τις στιγμές κάποιοι από αυτούς υιοθετούν αριστερό λόγο δε σημαίνει ότι οι "Έλληνες είναι κομουνιστές", όπως είχα διαβάσει πριν από λίγο καιρό σε άρθρο κάποιου ανεκδιήγητου αρθογράφου στη Wall Street Journal.
Η δαιμονοποίηση ενός ανύπαρκτου εχθρού, ο οποίος μετράει ήδη δύο δεκαετίες από τον θάνατο του, δε βοηθάει τη χώρα. Το μόνο που καταφέρνει είναι η καλλιέργεια μιας υστερίας απέναντι στην έννοια του δημοσίου καθώς τείνει να συνδέει τις αποτυχίες του με παρωχημένα πολιτικά καθεστώτα. Ας μη ξεχνάμε ότι κατά τη μετάβαση τους στον καπιταλισμό πολλά πρώην σοσιαλιστικά κράτη πλήρωσαν αυτή την υστερία πολύ ακριβά. 

3/6/11

Περί πλατείας

Είναι όντως το κίνημα των αγανακτισμένων ένα "ζωντανό πείραμα αμεσοδημοκρατίας" όπως έχει εγγραφεί στις συνειδήσεις πολλών Ελλήνων και ορισμένων μελών του τύπου; Αυτό το ερώτημα επαναφέρει στην επιφάνεια κλασικές συζητήσεις περί Δημοκρατίας. 

Η απαίτηση των αγανακτισμένων για μια αμεσότερη μορφή δημοκρατίας δεν καθιστά βεβαίως και το "κίνημα" πείραμα άμεσης δημοκρατίας. Καθώς στον τρόπο το οποίο εξελίσσεται δεν υπάρχει κάτι το ρηξικέλευθο ούτε ως προς την οργάνωση ούτε ως προς τους στόχους ώστε να δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός του πειράματος. Ωστόσο, οι ενέργειες οι οποίες λαμβάνουν χώρα στο Σύνταγμα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως σχολείο κινηματικών και συλλογικών διαδικασιών για μια ευρεία μερίδα του πληθυσμού η οποία είχε συνταξιοδοτηθεί από τους κοινωνικούς αγώνες ή δεν είχε μια ουσιαστική συνάντηση με αυτούς μέχρι σήμερα. Αυτό το σχολείο όμως είναι ένα παλιό σχολείο το οποίο επαναλαμβάνει το μεταπολιτευτικό ρεπερτόριο κινηματικών δράσεων  χωρίς να κομίζει κάτι νέο. Θα ήταν πολύ πιο παραγωγικό αν από αυτές τις ενέργειες προέκυπταν συνεργατικές δραστηριότητες που θα επικέντρωναν σε θέματα πέρα της "αγανάκτησης" και θα εκμεταλλεύονταν τις δημιουργικές τάσεις των συμμετεχόντων και τις προϋποθέσεις για μερικότερη οργάνωση του πλήθους σε περιφερειακές δραστηριότητες διαφόρων ειδών.

Παρά ταύτα, οι γενικόλογες διακηρύξεις περί άμεσης δημοκρατίας και επικλήσεων περί αλλαγής των πάντων σε συνδυασμό με την συλλήβδην απαξίωση του κοινοβουλευτισμού και του πολιτικού συστήματος,  οδηγούν μόνο σε μια συμμετοχή η οποία βασίζεται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στην από κοινού βίωση του αισθήματος της αγανάκτησης. Η εμμονή του 'κινήματος' με την 'άμεση δημοκρατία' είναι αυτό που θα το αποδυναμώσει μακροπρόθεσμα ή θα το καταστήσει έρμαιο στα χέρια πολλαπλών αναδυόμενων λαϊκισμών.

Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι ο λυτρωτικός χαρακτήρας του κινήματος (περισσότερη συμμετοχή και έλεγχος του ευρύτερου πληθυσμού στα πολιτικά θέματα) δεν είναι σημαντικός και απαραίτητος σε κάποιο βαθμό. Από τη μία η λαϊκή κυριαρχία αποτελεί βασικό ιδανικό της δημοκρατίας. Από την άλλη όπως έγραψε και ο γνωστός κοινωνιολόγος Ralf Dahrendorf για τις λαϊκές επαναστάσεις του 1989 "η δημοκρατία είναι μια μορφή διακυβέρνησης και όχι ένα ατμόλουτρο των λαϊκών συναισθημάτων". Ή όπως σημειώνει ο Beertham "η δημοκρατία ως μέθοδος διακυβέρνησης δεν είναι οτιδήποτε τυγχάνει να αποφασίσει ο λαός σε μια δεδομένη στιγμή, αλλά το σύνολο των ρυθμίσεων που εξασφαλίζει τον έλεγχο του λαϊκού παράγοντα επί της δημόσιας διαδικασίας λήψης των αποφάσεων σε τρέχουσα βάση".

Εν ολίγοις, για είναι αυτό το κίνημα πραγματικά προοδευτικό θα πρέπει πέρα από την "ισχυρή αντιθεσμική παρόρμηση" και την "πολιτική της πίστης"(η οποία εκλαμβάνεται ως μέσο για την επίτευξη της τελειότητας ή της λύτρωσης από αυτό τον άδικο τον κόσμο), να διαθέτει και μια ισχυρή πραγματιστική διάσταση η οποία να θέτει συγκεκριμένες ιδέες και στόχους για το πως μπορεί να ανατραπεί η πανταχού παρούσα στρεβλή μεταπολιτευτική οικονομικο-κοινωνική δομή. Και εδώ ξεκινούν τα δύσκολα, καθώς στην αγανάκτηση και στο να κατακρίνουμε τον άδικο τούτο κόσμο είμαστε όλοι σύμμαχοι και συνοδοιπόροι. Όταν όμως οραματιζόμαστε τον κόσμο του άμεσου μέλλοντος μας οι απόψεις μας διαφέρουν ριζικά. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα να δω και να ακούσω συνδικαλιστή του ΤΤ να παρακαλεί το πλήθος της πλατείας να επιτρέψουν στο συνδικάτο τους να συμμετέχει στο κίνημα της πλατείας (πρέπει να είχε προηγηθεί σε μια πιο πρώιμη φάση ο διωγμός της  ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ αν έχω πληροφορηθεί σωστά). Το τι αποφάσισε η Γενική Συνέλευση μου είναι άγνωστο καθώς η διαδικασία, στην οποία συζητήθηκαν και άλλα θέματα, διήρκεσε ώρες των ωρών.

Κατά συνέπεια,η προβληματικότητα που παρουσιάζει το κίνημα των αγανακτισμένων δεν έγκειται αποκλειστικά στην απουσία εμπειρίας στην συλλογική οργάνωση (δυσκολία στη λήψη αποφάσεων και στη πραγματοποίηση τους), ούτε στην απέχθεια που παρουσιάζουν οι "αγανακτισμένοι" προς την εκπροσώπηση και την αντιπροσώπευση η οποία επιβαρύνει περαιτέρω το πρόβλημα της οργάνωσης. Αλλά σε μια δομική συνθήκη: η Ελληνική κοινωνία παραμένει  ακόμα σε συνθήκες μετάβασης. Η κοινωνική συμμαχία ανάμεσα σε συντεχνίες και ομάδες πιέσεις που χάνουν τα προνόμια τους και στα συμμετέχοντα άτομα σε μια αγορά επισφαλούς απασχόλησης (βλ. το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο και το δοκίμιο του Guy Standing για το "precariat") τα οποία μεταμνημονιακά αυξάνονται και πληθύνονται με ταχύτερους ρυθμούς, δεν είναι βιώσιμη με την έννοια ότι δεν μπορεί να οδηγήσει στην απαραίτητη συναίνεση για την προώθηση από κοινού αποδεκτών μεταρρυθμίσεων. Αυτό οφείλεται στο ότι λόγω της οικονομικής κατάστασης δεν μπορεί να υπάρξει βελτίωση της ευημερίας των μεν χωρίς να υπάρξει μια επιδείνωση στους δε. Εκτός βέβαια και αν τα πράγματα αλλάξουν άρδην σε ολόκληρη την Ευρώπη και ο προσανατολισμός των πολιτικών της ΕΕ πάρει τελείως διαφορετικές ατραπούς. Το οποίο ωστόσο δεν φαίνεται καθόλου πιθανό.

Η μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος μας είναι απαραίτητη. Αλλά μου φαίνεται ότι για να είναι ουσιαστική θα πρέπει να προηγηθεί μια εξισορρόπηση των κοινωνικών συνθηκών η οποία αναπόφευκτα θα αποβεί εις βάρος ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού. Η υποχρέωση της κυβέρνησης σε αυτή τη διαδικασία είναι να τηρήσει αποτελεσματικότερα τα προσχήματα όσον αφορά τη διανομή του κόστους της προσαρμογής. Κάτι που δυστυχώς δεν φαίνεται να πράττει.. Όπως και να έχει η έκφραση της λαϊκής οργής θα διαμορφώσει νέες συνθήκες. Πρέπει να μεριμνήσουμε ωστόσο ώστε αυτή να μην εκφραστεί ως καταστρεπτική βία, φασισμός, ξενοφοβία και κάθε λογής λαϊκισμοί.


20/5/11

Σκέψεις που διαβάζονται αργότερα


Μια πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη βελτίωση των εργασιακών και βιοτικών συνθηκών (EUROFOUND) επικεντρώνει στις δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι νέοι εργαζόμενοι αλλά και τις απόψεις των κοινωνικών εταίρων σχετικά με τις απαιτούμενες πολιτικές προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα. Η έκθεση παρά το ενδιαφέρον το οποίο παρουσιάζει δεν παύει να είναι καταθλιπτική. Κυρίως για δύο λόγους: Πρώτον, γιατί σύμφωνα με το πρώτο μέρος της έρευνας το φαινόμενο των διπλάσιων και τριπλάσιων ποσοστών ανεργίας των νέων σε σχέση με τα συνολικά ποσοστά ανεργίας δεν αφορά μόνον κάποιες Ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες δοκιμάζονται από την κρίση περισσότερο. Αλλά μάλλον αποτελεί ένα πανευρωπαϊκό φαινόμενο το οποίο παρουσιάζεται σε όλες τις μεταβιομηχανικές και προσανατολισμένες προς την παραγωγή υπηρεσιών οικονομίες της Ευρώπης. Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με το δεύτερο μέρος της έκθεσης το οποίο παρουσιάζει τις θέσεις και τις εφαρμοζόμενες πολιτικές των κοινωνικών εταίρων και των κυβερνήσεων σχετικά με το πρόβλημα. Κυβερνήσεις και εταίροι ενώ φαίνεται ότι συνειδητοποιούν τις διαστάσεις του προβλήματος, οι απόψεις τους και οι εφαρμοζόμενες πολιτικές δεν υποδηλώνουν μια ουσιαστική αντίληψη αυτού που κάποιοι θα θεωρούσαν πυρήνα του προβλήματος και στο οποίο θα αναφερθώ παρακάτω.



Η έκθεση δεν είναι ένα καθόλου ευχάριστο ανάγνωσμα ( ένα Παρασκευ-ιάτικο απόγευμα δεν είναι σίγουρα η καλύτερη στιγμή να το διαβάσει κάποιος. Ας προτιμήσει καλύτερα αυτό της Κυριακής...). Το πρώτο μέρος μέσα από την παράθεση στοιχείων από τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι νέοι της Ευρώπης είναι από τις πλέον απειλούμενες κοινωνικές ομάδες από την μακροχρόνια ανεργία και τις συνέπειες της. Ακόμα και όταν κάποιος νέος εργάζεται ήδη είναι αρκετά πιθανό η απασχόληση του να χαρακτηρίζεται ως “επισφαλής” που όλοι γνωρίζουμε από την Ελληνική εμπειρία τι δύναται να σημαίνει αυτό. Επιπλέον, η επισφαλής εργασία επιφέρει σε πολλές περιπτώσεις και μια υποδεέστερη θέση στο σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης. Αυτό και αν ανταποκρίνεται στην ελληνική πραγματικότητα.. Ας μην ασχοληθούμε όμως με το ποιες θεωρεί το EUROFOUND ότι μπορούν να είναι οι γενικότερες κοινωνικές συνέπειες της μακροχρόνιας ανεργίας για τους νέους, γιατί το εορταστικό πνεύμα της Παρασκευής θα παρέλθει ανεπιστρεπτί.



Οι θέσεις κοινωνικών εταίρων και κυβερνήσεων περί των αιτιών αυτής της κατάστασης εντοπίζονται στην ύπαρξη προβλημάτων όπως η ύπαρξη αναντιστοιχιών μεταξύ προσφερόμενων και ζητούμενων προσόντων στην αγορά εργασίας, τον περιορισμό των προσλήψεων λόγω των χαλεπών οικονομικών καιρών, τις μεταναστευστικές ροές, τις υπάρχουσες δομές της αγοράς εργασίας οι οποίες επωφελούν περισσότερο τους μεγαλύτερους εργαζόμενους και τέλος το γεγονός ότι η κρίση έχει πλήξει τομείς τις οικονομίας οι οποίες παραδοσιακά προσέφεραν θέσεις εργασίας σε νεότερους εργαζόμενους όπως οι κατασκευές και η βιοτεχνία.


Αυτό που δεν μπορεί να παραβλέψει κάποιος εξετάζοντας το πως οι διάφοροι δρώντες εκλαμβάνουν τις αιτίες του φαινομένου είναι το ότι η έμφαση δίνεται περισσότερο στην αντιμετώπιση της διαρθρωτικής ανεργίας και στον συγκυριακό παράγοντα της οικονομικής κρίσης. Βεβαίως το φαινόμενο της υψηλής ανεργίας δεν είναι νεότευκτο φαινόμενο. Είναι γνωστό ότι αποτελούσε έντονο πρόβλημα και πριν την κρίση. Επιπλέον, η συμβολή των πολιτικών οι οποίες στοχεύουν στην καταπολέμηση της ανεργίας μέσω της καταπολέμησης της διαρθρωτικής ανεργίας πρέπει επιτέλους να αξιολογηθούν σοβαρά. Δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο από κοινό νου ή κάποια ελάχιστη εμπειρία στην αγορά εργασίας για τα καταλάβει κάποιος ότι η διαρθρωτική ανεργία δεν αποτελεί παρά μόνο μια μικρή έκφανση του προβλήματος. Ιδιαίτερα σε οικονομίες οι οποίες βασίζονται στην παροχή υπηρεσιών και οι οποίες δεν απαιτούν φοβερό και τρομερό επίπεδο εξειδίκευσης, αλλά μάλλον την πρόθεση του εργοδότη να προσφέρει μια βασική εκπαίδευση (in job training) στον νεοεισερχόμενο εργαζόμενο. Με λίγα λόγια το πρόβλημα δεν είναι τόσο ότι δεν υπάρχουν τα “skills” αλλά το ότι δεν υπάρχουν οι θέσεις. Αλλά θέσεις δεν υπήρχαν και πριν. Αυτό πιθανόν να το γνωρίζουν και κάποιοι εξωγήινοι. Απλά, το πρόβλημα έχει επιδεινωθεί  ακόμα περισσότερο.

Προσωπικά θεωρώ ότι η έμφαση που δίνεται στην εκπαίδευση και την επανακατάρτιση στην καλύτερη περίπτωση παρά είναι φιλόδοξη ενώ στη χειρότερη είναι παραπλανητική. Δεν υποστηρίζω ότι η εκπαίδευση, η επανακατάρτιση και εξειδίκευση δεν είναι σημαντικές παράμετροι για την εύρυθμη λειτουργία μιας αγοράς εργασίας. Σε ότι αφορά το τρέχον πρόβλημα όμως έχω την αίσθηση ότι είναι σαν προσπαθείς να καταπολεμήσεις έναν καρκίνο με ασπιρίνες. Για να το θέσω επιεικώς,  στην καλύτερη περίπτωση η θεραπεία είναι ελάχιστα σχετική.

Το συνολικό πρόβλημα της ανεργίας στην Ευρώπη, το οποίο άρχισε να αναδύεται απειλητικά ήδη από τη δεκαετία του ‘70 είναι ένα δομικό πρόβλημα. Το πρόβλημα της ανεργίας των νέων είναι τμήμα αυτού του συνολικότερου προβλήματος. Ο λόγος που αυτό γίνεται περισσότερο εμφανές στους νέους είναι το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο των αγορών εργασίας τείνουν να “εξωτερικεύουν” το πρόβλημα σε κοινωνικές ομάδες οι οποίες πάσχουν από το υπάρχον συμμετοχικό έλλειμμα. Αν η συμμετοχή όλων των κοινωνικών ομάδων ήταν επαρκώς αντιπροσωπευτική η ανεργία θα ήταν υψηλή αλλά “δικαιότερα” κατανεμημένη. Το πρόβλημα της ανεργίας πρέπει κατά λοιπόν να αντιμετωπίζεται ως συνολικό πρόβλημα στις μακροοικονομικές του διαστάσεις ενώ πρέπει να δίνονται κίνητρα ώστε οφέλη και κόστη να διαχέονται σε όλο το εργατικό δυναμικό μέσω αντιπροσωπευτικότερων και πιο λειτουργικών θεσμών.

Εν ολίγοις, το πρόβλημα της ανεργίας των νέων είναι μια θεσμική πτυχή ενός συνολικότερου δομικού προβλήματος. Αυτού της μετάβασης των Ευρωπαϊκών οικονομιών από τη βιομηχανική παραγωγή στην παραγωγή υπηρεσιών. Οι συνέπειες αυτής της μεταλλαγής έχουν αναλυθεί στο κλασικό άρθρο των Torben Iversen and Anne Wren  (Equality, Employment, and Budgetary Restraint: The Trilemma of the Service Economy, World Politics - Volume 50, Number 4, July 1998, pp. 507-54). Οι παραγωγή των υπηρεσιών δεν παρέχει τις ίδιες δυνατότητες για ανάπτυξη της παραγωγικότητας με την κλασική βιομηχανική παραγωγή. Αυτό έχει σοβαρότατες συνέπειες καθώς υποσκάπτει τη συνθήκη η οποία οδήγησε στην εντυπωσιακή μεταπολεμική ανάπτυξη της Ευρώπης: Αυξήσεις μισθών χαμηλότερες σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας. Αυτή η συνθήκη οδηγούσε σε χαμηλές τιμές, αύξηση της κατανάλωσης και ως εκ τούτου αύξηση της απασχόλησης. Η στροφή στις υπηρεσίες πλήττει την παραγωγικότητα και κατά συνέπεια την ικανότητα των κυβερνήσεων να συνδιάζουν στόχους όπως υψηλούς μισθούς, διευρυνόμενη απασχόληση και δημοσιονομική πειθαρχία.
Ως εκ τούτου, οι εθνικές κυβερνήσεις καλούνται να λύσουν ένα εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα έχοντας περιορισμένες επιλογές οι οποίες θα περιορίζονται όλο και περισσότερο. Το συγκεκριμένο πρόβλημα ωστόσο είναι ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα, τμήμα των γενικότερων οικονομικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ευρώπη και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σε στενό εθνικό πλαίσιο. Αυτό είναι αυτονόητο. Το πρόβλημα είναι ότι λίγοι από εμάς συνειδητοποιούν τον ουσιαστικό ρόλο της ΕΕ στο μέλλον μας με αποτέλεσμα η Ευρώπη να λειτουργεί για εμάς χωρίς εμάς...
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget