13/9/12

Το γύψινο σκήπτρο: Ή η "άνοδος του νεο-ναζισμού" ως ριζοσπαστικοποίηση της Άκρας Δεξιάς

Το φαινόμενο της ανόδου της άκρας δεξιάς τις τελευταίες βδομάδες απασχολεί ιδιαίτερα την Ελληνική κοινωνία. Με αφορμή τα διάφορα περιστατικά που έλαβαν χώρα σε λαϊκές αγορές με την παρουσία βουλευτών της Χρυσής Αυγής γράφτηκε πλήθος άρθρων, κάποια ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα και κάποια με καταφανή στόχο την ωφελιμιστική ερμηνεία των καταστάσεων για την προαγωγή συγκεκριμένων ιδεολογικών ή πολιτικών σκοπών. Γενικώς κάποιος μπορεί να διακρίνει τρεις δεσπόζουσες προσεγγίσεις. Η πρώτη, η προερχόμενη από την αριστερά, θέλει την άνοδο της Χρυσής Αυγής να είναι αποτέλεσμα των πολιτικών του μνημονίου και της οικονομικής και κοινωνικής εξαθλίωσης τις οποίες γεννάει η εφαρμογή του. Η δεύτερη, η προερχόμενη από το χώρο των φιλελεύθερων και την δεξιά/κεντροδεξιά, την προσεγγίζει ως αποτέλεσμα της 'ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς, η οποία σημάδεψε την μεταπολίτευση και "νομιμοποίησε" την άσκηση της αντισυστημικής βίας, μέσω της αποδοχής του "επαναστατικού" ρεπερτορίου των δράσεων της,  ενώ προκάλεσε την απίσχανση της νομιμότητας και την αποδυνάμωση των θεσμών. Η τρίτη, η προερχόμενη μάλλον από το κέντρο, θέλει την εκλογική άνοδο της ακροδεξιάς να είναι αποτέλεσμα μιας κοινωνικής/πολιτιστικής κατάπτωσης των Ελλήνων η οποία συνδέεται με την υιοθέτηση κοινωνικών συμπεριφορών απαξίωσης της έννοιας του δημόσιου χώρου και της κοινωνικής αλληλεγγύης συνδυαζόμενη με την αποδοχή της υποτιθέμενα "αποτελεσματικής" άσκησης βίας. Μια εναλλακτική οπτική της κοινωνιολογίζουσας προσέγγισης, αφορά την κρίση ταυτότητας την οποία διέρχεται ο Έλληνας εκτιθέμενος όλο και περισσότερο στον γενναίο νέο κόσμο της παγκοσμιοποίησης και τις αλλαγές που επιφέρει η τελευταία στη ζωή του, αλλά και στην σύγκρουση του διεθνικού/υπερεθνικού χαρακτήρα της παγκοσμιοποίησης με την  αντίληψη περί "εθνικού" η οποία συνδυαζόμενη με τις διευρυνόμενες παγκόσμιες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες δημιουργεί μια τάση αναδίπλωσης προς την άκρα δεξιά.

Έτσι, η ανόδος της άκρας δεξιάς μπορεί να παρουσιάζεται ως πρωτίστως απορρέουσα από κρίση οικονομική, κρίση πολιτική ή ακόμα κοινωνική. Είναι ενδιαφέρον ότι κανένας, τουλάχιστον από όσο γνωρίζω, δεν προσεγγίζει την άνοδο ενός νεοναζιστικού κόμματος ως ιστορικό φαινόμενο. Πιστεύω ότι η άνοδος του νεοναζισμού θα πρέπει να αντιμετωπιστεί πρωτίστως ως μια ιστορική διαδικασία, δεδομένου ότι αγνοώντας την ιστορική της διάσταση δεν μπορούμε να έχουμε μια πραγματικά επιστημονική θεώρηση του φαινομένου.

Είμαι επιφυλακτικός απέναντι στο κατά πόσο η εκλογική άνοδος της Χρυσής Αυγής πρέπει να θεωρηθεί ως ξεκάθαρη άνοδος ενός νεοναζιστικού κόμματος. Και αυτό διότι οι ψηφοφόροι του κόμματος δεν το ψηφίζουν ως ναζιστικό κόμμα, ανεξαρτήτως το τι τελικά πιστεύουν τα μέλη του, άλλα ως ακροδεξιό. Το ίδιο το κόμμα αποφεύγει να κάνει δημόσιες ιστορικές αναφορές στον ναζισμό ή το φασισμό αλλά πολύ συχνά αναφέρεται στη μεταξική και την Απριλιανή δικτατορία. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η εκλογική άνοδος της Χρυσής Αυγής αποτελεί έκφανση της ριζοσπαστικοποίησης της ιστορικής άκρας δεξιάς στην Ελλάδα. Είναι δε σαφές ότι η άνοδος της ακροδεξιάς δεν αποτελεί μια Ελληνική ιδιαιτερότητα και ως εκ' τούτου δεν μπορεί να αποδωθεί αποκλειστικά στις ειδικές συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα αυτή την περίοδο. Η εκλογική ενδυνάμωση του δεξιού άκρου λαμβάνει χώρα σε πολλά Ευρωπαϊκά κράτη εδώ και αρκετά χρόνια, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί κάποια βαθιά οικονομική κρίση, κάποια απαξίωση της νομιμότητας ή των πολιτικών θεσμών. Οι πιθανοί κοινωνικοί παράγοντες δε, είναι παντού και πάντα παρόντες και είναι μάλλον δύσκολο να διαπιστωθεί πιο είναι το ειδικό τους βάρος στη διαμόρφωση ενός κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο μπορεί να ευδοκιμήσει η άκρα δεξιά. Το σίγουρο ωστόσο είναι ότι παίζουν ρόλο και ενδεχομένως αρκετά σημαντικό.

Είναι ενδιαφέρον το ότι αγνοούμε το γεγονός ότι η άκρα δεξιά έχει μια βαθιά παράδοση στην Ελλάδα η οποία ξεκινάει ακόμα πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και η οποία, σε αντίθεση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες,  ουδέποτε τιμωρήθηκε για την συνεργασία και την προδοτική της στάση κατά την περίοδο της κατοχής. Αντ' αυτού, ως εξαργύρωση των υπηρεσιών που παρείχε κατά την επαναφορά της μοναρχίας και τον εμφύλιο πόλεμο, επισφραγίστηκε ο εξαγνισμός  της  και μεσουράνησε στην πολιτική ζωή του τόπου με την απόλυτη ανοχή της δεξιάς για δεκαετίες, μέχρι φυσικά την επιβολή και κατάρρευση της Απριλιανής χούντας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κύριες ιστορικές αναφορές της Χρυσής Αυγής αφορούν την Μεταξική δικτατορία και  πιο συγκαλυμμένα την επταετία, ενώ αποφεύγουν τη συσχέτιση τους με τον ιστορικό φασισμό και ναζισμό. Είναι γνωστό, ότι στην Ελλάδα ακόμα και σήμερα παραμένουν αρκετοί θαυμαστές των καθεστώτων της 4ης Αυγούστου και της 21ης Απριλίου, γεγονός το οποίο υπογραμμίζεται από την εκλογική επιτυχία της κοινοβουλευτικής (ΛΑΟΣ) αλλά και της μέχρι πρότινος εξώ-κοινοβουλευτικής ακροδεξιάς (Χρυσή Αυγή) αλλά και από την έντονη ιδεολογικά συγγενή εκδοτική δραστηριότητα.

Ως εκ τούτων, και λόγω του ότι ο δεσπόζον πολιτικός ρόλος της άκρας δεξιάς εξέλειψε  μόλις το 1974, η Ελληνική άκρα δεξιά δεν διακρίνεται μόνο από ιστορική συνέχεια αλλά οι μνήμες και τα σημάδια της πρωτοκαθεδρίας της είναι ακόμα νωπά. Με αυτήν την έννοια αν όντως η αριστερά καλλιέργησε την ανομία μέσω της άσκησης αντισυστημικής βίας, αν ο όρος είναι δόκιμος για να περιγραφούν οι δυναμικές συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις της μεταπολίτευσης η οποίες έδωσαν τέρμα σε προσπάθειες μεταρρύθμισης του μεταπολιτευτικού συστήματος, τότε αυτό ιστορικά πρέπει να ερμηνευτεί ως η απάντηση στην χρήση συστημικής "βίας και νοθείας"  της δεξιάς κατά τη μακρά διάρκεια της διακυβέρνησης της. Το μεταπολεμικό κράτος της δεξιάς είναι πρωτίστως υπεύθυνο για την καθυστέρηση της πολιτικής ανάπτυξης της χώρας, οδηγώντας στην μεταπολίτευση και στις γνωστές οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες της. Όταν οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης αντιμετώπιζαν τις οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις τους τέλους της "χρυσής εποχής" του Ευρωπαϊκού καπιταλισμού, οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις έπρεπε να προβούν σε ριζική αναμόρφωση της κοινωνίας της, εκμοντερνίζοντας τους θεσμούς  και ξεριζώνοντας τις νοοτροπίες και τις πρακτικές του μετεμφυλιακού κράτους αφουγκραζόμενη το αίτημα της όψιμα χειραφετημένης ελληνική κοινωνίας. Το ότι οι οικονομικές και πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης δεν βρίσκονταν σε συμφωνία με το επιδεινούμενο διεθνές οικονομικό κλίμα (πετρελαϊκές κρίσεις και στασιμοπληθωρισμός κτλ), δημιούργησε την ψευδαίσθηση σε κάποιους οπαδούς της δεξιάς ότι η οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η Ελλάδα κατά την μεταπολεμική περίοδο μέχρι σχεδόν το τέλος της δικτατορίας οφείλονταν σε αυτήν ακριβώς τη μετεμφυλιακή δομή. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα ήταν άλλο ένα παράδειγμα μια Ευρωπαϊκής καθυστερημένης χώρας η οποία αξιοποίησε τα διευρυμένα περιθώρια εκβιομηχάνισης της εφαρμόζοντας την γνωστή αναπτυξιακή συνθήκη: αύξηση μισθών χαμηλότερη από την αύξηση της παραγωγικότητας. Ό,τι δηλαδή συνέβαινε και σε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης κατά την ίδια περίοδο, με τη διαφορά ότι η Ελληνική κοινωνία παρέμενε διαιρεμένη, συντηρητική και άνιση με την κοινωνία πολιτών χειραγωγούμενη από το κράτος (βλ. το συνδικαλισμό κατά τη μεταπολεμική περίοδο). Η διαφορά λοιπόν είναι ότι την "χρυσή της εποχή" η  Ελλάδα την πέρασε παίζοντας "κλέφτες και αστυνόμους" με τους αστυνόμους να έχουν φυσικά το πάνω χέρι.

Η άκρα δεξιά ως εκ' τούτου βγήκε από την μεταπολίτευση "δικαιωμένη" στα ίδια της τα μάτια. Συνέχισε την πολιτικής της παρουσία μέσω της ενσωμάτωσης της στα σχήματα της δεξιάς ώσπου να διαχωριστεί συγκροτώντας τον πόλο του ΛΑΟΣ ενσωματώνοντας ακροδεξιά στοιχεία αλλά και νέους ψηφοφόρους κεφαλαιοποιώντας τη στάση της απέναντι σε αναδυόμενα ζητήματα όπως τα  τα εθνικά θέματα και με τις μεταναστευτικές ροές. Ο ΛΑΟΣ ακολούθησε μια ανιούσα εκλογική πορεία φθάνοντας στις εκλογές του 2009 να συγκεντρώσει ποσοστό 5,63% και 15 έδρες. Στο πλαίσιο της κρίσης η εκλογική επιρροή του ΛΑΟΣ συνέχισε να αυξάνεται φτάνοντας τις παραμονές της ανάληψης της πρωθυπουργίας από τον Λουκά Παπαδήμο (11 Νοεμβρίου 2011) να είναι έκτο κόμμα όσον αφορά τη πρόθεση ψήφου με 8% στη δημοσκόπηση της MRB και πέμπτο με 8,5% σε αυτήν της Public issue (τα ποσοστά έχουν υπολογιστεί με αναγωγή). Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή. Η υποστήριξη του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Παπαδήμου αποδείχτηκε ότι του στοίχισε βαρύτατα εκλογικά. Ο ΛΑΟΣ σημείωσε διαρκείς καθόδους στο ποσοστό πρόθεσης ψήφου του οποίου οι ψηφοφόροι μετακινούνταν στη Χρυσή Αυγή. Έτσι φθάνουμε στο σημείο στις επαναληπτικές εκλογές του Ιουνίου Ο ΛΑΟΣ να μένει εκτός βουλής με ποσοστό 1,58% και η Χρυσή Αυγή να αυξάνει το ποσοστό της σε 6,92% και να εκλέγει 18 βουλευτές. Προσθέτοντας το ποσοστό του ΛΑΟΣ με αυτό της Χρυσής Αυγής έχουμε 8,5%, δηλαδή ακριβώς το ποσοστό πρόθεσης ψήφου του ΛΑΟΣ κατά την έναρξη της διακυβέρνησης Παπαδήμου.

Δεν έχω στη διάθεση μου στοιχεία τα οποία να διασαφηνίζουν την κομματική προέλευση των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής, είναι ωστόσο σαφές ότι η πλειονότητα τους προέρχεται από το ΛΑΟΣ. Έχοντας υπόψιν αυτό, οι αιτίες της ανόδου ενός νεοναζιστικού κόμματος λαμβάνουν συγκεκριμένη διάσταση σχετιζόμενες άμεσα με τη ριζοσπαστικοποίηση του ακροδεξιού φάσματος του εκλογικού σώματος. Η άνοδος της Ελληνικής άκρας δεξιάς είναι μια διαχρονική/ιστορική διαδικασία η οποία αρχικά εκδηλώθηκε με την εκλογική επιτυχία της "κοινοβουλευτικής" ή της μη "ακτιβιστικής" ακροδεξιάς. Η μνημονιακή στροφή του ΛΑΟΣ και οι αποτυχημένοι πολιτικοί ελιγμοί της ηγεσίας υπέσκαψαν την ίδια του την εκλογική βάση. Το ΛΑΟΣ χάνει ακαριαία το έρεισμα του στους ψηφοφόρους, οι οποίοι είτε ακολουθώντας κάποιο μοτίβο παραδοσιακής εκλογικής συμπεριφοράς είτε λόγω συγκυριακών παραγόντων, ψηφίζουν άκρα δεξιά. Κατά συνέπεια, η εκλογική άνοδος του νεοναζιστικού κόμματος στην πραγματικότητα είναι η ριζοσπαστικοποίηση της ιστορικά διαμορφωμένης εκλογικής βάσης της άκρας δεξιάς η οποία χάνοντας την κομματική αναφορά της στρέφεται την ακραία μεν αλλά ιδεολογικά συγγενή Χρυσή Αυγή. Φυσικά η Χρυσή Αυγή με την "ακτιβιστική" της δράση στις υποβαθμισμένες περιοχές των αστικών κέντρων  και την υιοθέτηση μιας στρατηγικής προσεταιρισμού υποστηρικτών η οποία θυμίζει "Hezbollah", έχει αποδείξει ότι αυτά που λέει τα κάνει πράξη και ως συγκοινωνόν δοχείο  απολαμβάνει τα εκλογικά οφέλη της εφαρμογής του νόμου της υδροστατικής..

Δεδομένου ότι οι καθημερινές εξελίξεις μας δείχνουν ότι η Χρυσή Αυγή ήρθε για να μείνει, η διαμόρφωση της μελλοντικής κοινοβουλευτικής πορείας είναι ένα ενδιαφέρον ζήτημα. Θα καταφέρει το κράτος να βάλει φραγμό στην "ακτιβιστική" της δράση μέσω της βελτίωσης της αποτελεσματικότητας του αποδεικνύοντας στους Έλληνες πολίτες ότι οι τραμπουκισμοί δεν αποφέρουν κανένα κοινωνικό όφελος; Ο βαθμός στον οποίο θα επιτύχει κάτι τέτοιο θα καθορίσει τον κοινοβουλευτικό βίο αλλά και την γενικότερη πολιτική δράση της Χρυσής Αυγής. Αν η κυβέρνηση καταφέρει να πείσει για την δυνατότητες του κράτους, τότε η Χρυσή Αυγή είτε θα ΛΑΟΣ-ποιηθεί αναδιπλούμενη, είτε θα αναγκαστεί θα συγκαλύψει ή να διακόψει την ανοιχτή σύνδεση της μετ τις  ταγματασφαλίτικες μεθόδους της. Αν πάλι όχι, θυμάστε την έκπληξη σας όταν ο Άδωνις και ο Μάκης έγιναν υπουργοί; Ε, αυτό αλλά πολύ χειρότερα...
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget